Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2010

Γλωσσάρι Λήμνου (Μπ-Μω)

Από το βιβλίο του Θ. Μπελίτσου

«Συλλογή γλωσσικού υλικού από τη Λήμνο.

Συμβολή στη μελέτη του λημνιακού γλωσσικού ιδιώματος»

Έπαινος της Ακαδημίας Αθηνών

- Μ –

(συνέχεια)

μπαγκιάζω, καταφεύγω, βρίσκω απάγκιο.

μπαλαρτός (ο), ο κεχαγιάδικος χορός.

μπαλιό (το), μπαλιός, μπάλιουρας (ο), το γέρικο βόδι.

μπαλωματάδ΄κο (το), πρόβατο λευκό με μαύρα σημάδια σαν μπαλώματα.

μπαμπακιάζω, νεροβρακιάζω, ξεπαπαδιάζω, μαλακώνω, μουλιάζω στο νερό.

μπαμπάκιασμα, νεροβράκιασμα (το), το πολύωρο μαλάκωμα των άκρων στο νερό, που έχει ως αποτέλεσμα να ρυτιδώνουν.

μπαμπάς (ο), ο ξύλινος ορθοστάτης στη μέση του σπιτιού στον οποίο συγκλίνουν τα τέσσερα ακιντιά της σκεπής.

μπαμπέρνω, πηγαίνω να πάρω κάτι. Λένε: «Από πού θα μπαμπέρνουμε νιρό;».

μπαντατζούδ΄κα (τα), το έθιμο των μπαντατζούδων.

μπαντατζούδος ή μπαντάτζος (ο), ο ζωόμορφος μασκαράς των Φώτων, που αναπαριστά το φευγιό των καλικαντζάρων. Πλήθ. οι μπαντατζούδες (-οι). Λένε οι μανάδες στ΄ άτακτα παιδιά τους: «Θα σ΄ αφήσου στο μόλο, να σι πάρουν οι μπαντατζούδες».

μπαντούρος (ο), το λαμαρινένιο στεφάνι του ανεμόμυλου το οποίο συγκρατεί το αλεσμένο σιτάρι μέσα στη μυλόπετρα.

μπαραστήνω, συμφωνώ, συνεταιρίζομαι. Λέγεται συνήθως για τη συμφωνία του κεχαγιά με τ΄ αφεντικό του. Λένε: ξαναμπαριστήσαμ΄, όταν συμφωνούν να συνεχιστεί κάποια διακοπείσα συνεργασία.

μπάριμ΄ (ειδικός σύνδ.), τουλάχιστον.

μπαρκαρίζουμι, μπαρκάρω, φεύγω με καράβι.

μπαρχανάς (ο), το κοινόβιο των Λημνίων σκαφτιάδων η γιαπιτζήδων, που περιόδευαν τις πόλεις της Μικρασίας, κυρίως στην περιοχή Περγάμου, στα προ του 1912 χρόνια.

μπατσάρω, πειράζω, βλάπτω.

μπάφα (η), ποικιλία πεπονιού που ωριμάζει γρήγορα, αλλά σαπίζει επίσης γρήγορα, σε αντίθεση με τη βότενα.

μπεκ, μήπως, μπας και.

μπελουγραντίζω, τσακώνομαι. Λένε: «Θα τα μπελουγραντίσουμ΄».

μπεμπέτσ΄ (το), είδος μικρού θαλασσινού κοχυλιού που τρώγεται.

μπενεβασά (η), η επέμβαση, η μεσολάβηση τρίτου. Λέγεται συνήθως όταν κάποιος μεσολαβεί για ν΄ αλλάξει τη γνώμη ενός γαμπρού που δυστροπεί και αρνείται να προχωρήσει στο γάμο.

μπεντένια (τα), οι επάλξεις.

μπερκλώνουμι, περδικλώνομαι, μπερδεύω τα βήματά μου.

μπεσλεμές (ο), ο επιβήτορας. Ζώο που εκτρέφεται ειδικά γι΄ αυτό το σκοπό.

μπεσλεντίζω, εκτρέφω επιβήτορα, αλλά και επιβαίνω, βατεύω.

μπίρμπα (η), το πειραχτήρι. Λένε: «Είσι συ μια μπίρμπα».

μπιρμπέρ΄ς (ο), ο μπαρμπέρης, ο κουρέας.

μπιτίζω, τελειώνω τη δουλειά μου. Λένε: «Επιτέλους μπίτ΄σα».

μπλαμάτσ΄ (το), κουρκούτι από νερό και αλεύρι, με το οποίο αλείφουν εξωτερικά το πασχαλινό γεμιστό, ψητό αρνί μόλις ροδοκοκκινίσει. Έτσι σχηματίζεται γύρω του μια κρούστα που συγκρατεί τα ζουμιά και το νοστιμίζει (δεν ξεραίνεται).

μπλέκια (τα), τα τσουκαλοπιάσματα, πανάκια με τα οποία πιάνουν τα καυτά σκεύη της κουζίνας.

μπλιμένος, -η, -ο, μπλεγμένος, μπερδεμένος.

μπλούκος (ο), υπαίθριο παιδικό παιχνίδι. Ο «μπλούκος» είναι ένα κουτί στη μέση ενός κύκλου, το οποίο φυλάει ένας παίχτης και οι υπόλοιποι το σημαδεύουν με πέτρες (αμάδες). Ο «φύλακας» οφείλει να τον ξαναβάζει στη θέση του και να κυνηγάει τούς παίχτες πριν αυτοί πατήσουν την αμάδα τους.

μπ΄νιάς (ο), το σκληρό χώμα.

μποκτσάς ή μποχτσάς (ο), το λευκό τσεμπέρι που φοριέται πάνω από την κουκουλιά.

μπόλ΄ (το), το μακρύ ξύλο που βρίσκεται ανάμεσα στα δύο ζεμένα βόδια και συνδέεται μπροστά με το ζυγό και πίσω με τ΄ αλετρόχερ΄.

μπόν΄ς (ο), μπόν΄σσα (η), μπόν΄κο (το), αγαθός, χαζός. Λένε χαϊδευτικά στα παιδιά: « Α!, βρε μπόν΄κο!».

μπόντ΄λας ή μπόντ΄λος (ο), το μικρό άνοιγμα απ΄ το οποίο μπαίνουν τα πρόβατα ένα-ενα στο σώμαντρο, για ν΄ αρμεχτουν. Συνήθως είναι προς το νοτιά για να μη μπάζει κρύο. Λένε: «Μάντρα καλή, μα ου μπόντιλας βουρ΄νός». Επίσης, το στενό πέρασμα ανάμεσα σε δύο σπίτια, η σούδα.

μπόρεια (ρ. παρατ.), μπορούσα. Λένε: «Τι μπόρεια να κάμω!».

μπορειό (το), η αγορά, τα μαγαζιά.

μπόρτσ΄ (το), το χρέος.

μπορτ(σ)λεύουμι, χρεώνομαι.

μποστειράδ΄ (το), το θηλυκό αρνί το οποίο δεν έχει ακόμα αλλαχτεί.

μπουζή (η), η αδελφή.

μπουκουνιά (η), η μπουκιά.

μπουλκί (το), το γυναίκειο εφηβαίο.

μπουμ (το) ή ανεβαστό εξηνταέξ: παιγνίδι της τράπουλας με 24 φύλλα, για τρεις παίκτες. Είναι μια πιο συναρπαστική παραλλαγή του εξηνταέξ. Μοιράζονται από 7 φύλλα (3x7=21) και τα τρία που μένουν κλειστά τ΄ αγοράζουν, ξεκινώντας από τούς 66 πόντους και ανεβάζοντας. Όποιος τ΄ αγοράσει, κράτα κρυφό το δικό του και δίνει τ΄ άλλα δύο φανερά στους αντιπάλους του. Παίζει πρώτος δηλώνοντας τα κόζα και πρέπει να μαζέψει τουλάχιστον όσους πόντους αγόρασε. Στο τέλος ο καθένας γράφει θετικούς όσους πόντους μάζεψε. Τελικός νικητής είναι όποιος συγκεντρώσει πρώτος έναν προσυμφωνημένο αριθμό πόντων, συνήθως 1000, 1500 ή 2000. Αν όμως δεν βγάλει την αγορά, τότε γίνεται μπουμ και το παιγνίδι τελειώνει εκείνη τη στιγμή με χαμένο τον αγοραστή.

μπούμπλα (η), το κόκκινο φουσκωτό σημάδι που αφήνει στο δέρμα το τσίμπημα ενός εντόμου.

μπούρδα (η), το τσουβάλι, το σακί.

μπουρντίζω, στρίβω το κοτσάνι του άγουρου ακόμα κηπευτικού, πριν το κόψω, για να ωριμάσει πιο γρήγορα. Συνήθως το κάνουν στις ντομάτες και στα πεπόνια. Λένε: «Τα ΄χεις μπουρντ΄σμενα!» ή «Τα μπούρντ΄σες!», όταν κάποια κηπευτικά δεν είναι νόστιμα, αν και φαίνονται ώριμα.

μπουρμάς (ο), η κάνουλα του βαρελιού, ο κρουνός, η στρόφιγγα.

μπουρούν΄ (το), η μπροστινή άκρη του αξονιού στον ανεμόμυλο, που είχε τρύπες για να μπαίνουν οι αντένες.

μπουτσνάρα (η), πηγή με λιγοστό νερό.

μποχτσάς (ο), το χοντρό, λευκό, γυναικείο κεφαλομάντηλο.

Μπριώτ’ς (ο), ο Ίμβριος, ο Ιμβριώτης, ο καταγόμενος από την Ίμβρο.

μπρόβα (η), η δοκιμαστική, δήθεν τυχαία γνωριμία δύο νέων σε κάποιο φιλικό σπίτι η σε κάποια διασκέδασ΄, για να εκτιμήσουν οι γονείς αν ταιριάζουν και να προχωρήσουν στο συμπεθέρι με πιο μεγάλη σιγουριά.

μπρός πίσω χορός (ο), ιδιόρρυθμος τοπικός χορός και τραγούδι «Τα τσιμαντριγιανά κουρίτσια» (σε ρυθμό 2/4), στον οποίο χορεύουν πέντε βήματα μπροστά και τρία προς τα πίσω.

μπροστ΄μούνα (η), η μπροστοποδιά. Επίσης γυναικεία βρισιά.

μπρουμ΄τω, πέφτω μπρούμυτα. Αόρ. μπρουμύτ΄σα.

μπρούτζ΄κος, -η, -ο, μπρούτζινος.

μ΄σάρ΄κο ή τεμσάρ΄κο (το), το μισάρικο χωράφι, δηλαδή εκείνο το οποίο ο ιδιοκτήτης έχει νοικιάσει σε κάποιον καλλιεργητή με αντάλλαγμα το μισό καρπό, το μισακό.

μ΄σερός, -ή, -ό, ανάπηρος, ακρωτηριασμένος.

μ΄σούζικος, -η, -ο, αδύνατος, κοκκαλιάρης.

μ΄τάρι (το), εξάρτημα του αργαλειού, στο οποίο μπαίνει το νήμα.

μ΄τζάκι (το), η μύτη του τσαρουχιού.

μ΄τζί (το), είδος μυζήθρας, την οποία φτιάχνουν στο τέλος της κτηνοτροφικής περιόδου, όταν λιγοστεύει το γάλα.

μ΄τσούν΄ (οι), οι μασκαράδες της Αποκριάς.

μυγδαλοσχιζάτος, -η, -ο, ο αμυγδαλόσχημος.

μύλη (η), η ακονόπετρα. .

μυλοτέχτης (ο), ο τεχνίτης χτίστης ανεμόμυλων.

μυρμηγκιά (η), η μυρμηγκοφωλιά

μωροδιομάνα (η), η μωρομάνα.


Γλωσσάρι Λήμνου (Μη-Μου)

Από το βιβλίο του Θ. Μπελίτσου

«Συλλογή γλωσσικού υλικού από τη Λήμνο.

Συμβολή στη μελέτη του λημνιακού γλωσσικού ιδιώματος»

Έπαινος της Ακαδημίας Αθηνών

- Μ –

(συνέχεια)

μήγαρ΄ς (υποθ. σύνδ.), μήπως (αρχ. μη + γάρ).

μηρί (το), ο γλουτός. Πληθ. τα μηριά.

μιγαλύνω (ρ. υποτ. αορ.): να μεγαλώσω.

μίδι (το), ένα συμβολικό αντικείμενο, που το δένουν στο φλάμπλο σ΄ ένα χρωματιστό μαντήλι.

μίδια, κουφομίδια (τα), αρνιά με μικρά αυτάκια.

μινέτ΄ (το), η παραγγελία, ο όρος, η υποχρέωση.

μιντέρ΄ (το), ο χαμηλός καναπές.

μιρτζάν΄, μερτζάν΄ (το), το κοράλλι η το κόκκινο σαν κοράλλι.

μιρτζανόχ΄λο: χείλος σαν μερτζάνι.

μισαροβ΄θέλ΄ (το), ο μικροκαμωμένος, ο κοντορεβιθούλης. Ήρωας τοπικού παραμυθιού: το Μισαροβ΄θέλ΄ δεν άκουγε τον πατέρα του που του ΄λεγε να μη πηγαίνει στο χωράφι που έβοσκε η γελάδα. Αφού τον γλύτωσε πολλές φορές την τελευταία στιγμή, κάποια φορά δεν τον πρόλαβε και τον έχαψε η αγελάδα. Το λένε στα πολύ μικρά παιδιά όταν δεν ακούνε, για να μην απομακρύνονται από τούς μεγάλους.

Μισίρι (το) η Μ΄σίρια (τα), η Αίγυπτος. Λέγανε παλιά: « Άντι αγόριμ΄ στα Μ΄σίρια, μπεκ καζαντίσ΄ς λίρες».

μισμερ΄ (το), το μεσημέρι.

μισόπλουρα (επίρ.), στη μέση της χρόνιας. Έλεγε τ΄ αφεντικό: «Θα σι βγάλου μισόπλουρα», σ΄ έναν κακοπληρωτή κεχαγιά.

μισουσπορίτ΄σσα (η), προσωνύμιο της εορτής των Εισοδίων της Θεοτόκου: Παναγιά η Μισουσπορίτ΄σσα, όταν η εορτή της (21 Νοεμβρίου) πέφτει καταμεσής της σποράς.

μ΄λάρ΄ (το), το μουλάρι.

μ΄λαρίσα (τα), τα πείσματα. Λένε: «Μην αρχίζ΄ς τα μ΄λαρίσα!».

μ΄λάτο, μηλάτο (το), το κοκκινοπρόσωπο πρόβατο, σαν το μήλο.

μ΄λιανός (ο), το μυαλό.

μ΄λουπάν΄ (το), το πανί του ανεμόμυλου. Συνήθως στον πληθ. τα μ΄λουπάνια.

μ΄λούδ΄ (το), η κορομηλιά.

μ΄λούδια: οι ξερικές αγριοντοματιές.

μλώ (ρ.), όμιλο.

μνημούρι (το), το μνήμα.

μνήσω (ρ. υποτ. αορ.), να υπενθυμίσω, να ειδοποιήσω, ν΄ αναγγείλω, να μηνύσω.

μ΄νί (το), το αιδοίο.

μ΄νούδιας (ο), ο γυναικάς.

μ΄νω, ειδοποιώ, στέλνω μήνυμα.

μοιράσ΄ (το), το μερίδιο.

μολαρτός, -ή, -ό, ελεύθερος, ο λυτός. Συνήθως λένε για τα ζώα.: «Τ΄ άφ΄σα μολαρτά».

μολάρω, αμολάω, αφήνω κάτι ελεύθερο. Προστακτική: μόλα, λένε τη φράση: «Μόλα μας!», δηλαδή «παράτα μας!».

μόλια (τα), μικρές ή λίγο πιο μεγάλες πέτρες με τις οποίες γέμιζαν το κενό ανάμεσα στο εσωτερικό και στο εξωτερικό τοιχίο των οικοδομών, μαζί με λάσπη.

μολυβιά (η), η σκουρόχρωμη, γκρίζα αγελάδα.

μολώνω, μπαζώνω, γεμίζω με μόλια.

μονομερίτ΄κη κλουστή (η), κλωστή την οποία γνέθουν σε μια και μοναδική ημέρα. Πιστεύουν ότι έχει αποτρεπτικό χαρακτήρα. Σε περιόδους επιδημιών κυκλώνουν μ΄ αυτή το χωριό ώστε να μη το προσβάλλει ο λοιμός.

μονορώισσα (η), η γίδα που δεν βγάζει γάλα από το ένα μαστάρι.

μορφονέλα (η), η ομορφονιά (υποκ.).

μοσκοβολ΄τάδα (η), η μοσχοβολιά, η ευωδία.

μοσκοβούλι, μοσκογούλι (το), κίτρινο άγριο αγκάθι το οποίο εκκρίνει ένα κοκκινωπό υγρό. Το τσίμπημά του είναι πολύ οδυνηρό.

μόσχος (ο), ο γυναικείος κόρφος.

μουγάλος, -η, -ο, μεγάλος. Πληθ. οι μουγάλ΄.

μούγκρελο (το), δερμάτινη λουρίδα.

μούλα (η), το θηλυκόμορφο μουλάρι.

μουρσί (το), το υπόγειο καταφύγιο. Κατασκεύαζαν μουρσά για να κρύβονται από τούς πειρατές.

μουσκλιά (η), ποικιλία τζανεριάς, που βγάζει τα μούσκλα (βλ.λ.).

μούσκλο (το), ποικιλία μεγάλου τζάνερου με ιώδες χρώμα.

μουστερής (ο), ο αγοραστής, ο πελάτης.

μουστοκούλ΄κα (τα), είδος ζυμαρικού που το βράζουν σε μούστο.

μουστόχωμα, μ΄στόχωμα (το), το ειδικό κοκκινόχωμα η ασπρόχωμα που προσθέτουν στο μούστο, για να επιταχύνουν τη βράση του. Μετά το σουρώνουν.

μουφλούζ΄ς (ο), ο χρεωκοπημένος.

Γλωσσάρι Λήμνου (Μα-Με)

Από το βιβλίο του Θ. Μπελίτσου

«Συλλογή γλωσσικού υλικού από τη Λήμνο.

Συμβολή στη μελέτη του λημνιακού γλωσσικού ιδιώματος»

Έπαινος της Ακαδημίας Αθηνών

- Μ -

μαγιασίλ΄ (το), το σχίσιμο η σκάσιμο του δέρματος στα χείλη, στα χέρια η στα πόδια.

μάγ΄λα (τα), τα μάγουλα του σφαχτού.

μαγ΄λαριές (οι), το ψαχνό, το τρυφερό κρέας που έχουν τα μάγουλα του σφαχτού.

μαδίζουμι, μαδιέμαι, χτυπιέμαι, τραντάζομαι.

μαθέ! (επίφ.), μπράβο, σίγουρα, ακριβώς.

μαϊνάρω, ησυχάζω.

μακαράς (ο), η καπλαντοβελόνα με την ειδική κλωστή για το καπλάντισμα.

μακάρ΄σμα (το), το μακάρισμα (συχώρεση) του νεκρού, που γίνεται μετά την κηδεία. Οι πιστοί βουτούν μια φέτα ψωμιού σε μαύρο κρασί και εύχονται: «Θιός σχωρέστον!».

μακαρνολόγος (ο), η κουτάλα από κρατούνα (βλ.λ.) με την οποία βγάζουν τα μακαρόνια από τη χύτρα.

μακαρούνες (οι), είδος ζυμαρικού, που το κόβουν σε ψιλά κομμάτια (μπουκιές) και του κάνουν κουφώματα (τρύπες). Μοιάζουν με κοχύλια. Τις τρώνε βραστές, πασπαλισμένες με τριμμένο τυρί. Σύμφωνα με το έθιμο «κ΄φώνουν μακαρούνες» μόλις τελειώσουν το αλώνισμα.

μακάσ΄ (το), χαλκάς στερεωμένος στον τοίχο ή στο ταβάνι.

μακάτ΄ (το), υφαντό στρωσίδι του αργαλειού.

μάλαθρος (ο), μάλαθρο (το), χορταρικό που μοιάζει με τον άνηθο.

μαλάς (ο), το μυστρί.

μαλαχτάρ΄ (το), ένα μακρύ ξύλο μ΄ ένα δεμένο πανί στο άκρο του, που είναι βουτηγμένο στο λάδι. Το βυθίζουν στο λαιμό των ζώων (συνήθως στ΄ άλογα ή στους χοίρους), ως γιατρικό, όταν δεν καταπίνουν.

μαμ΄λίζω, αναμασώ, αναχαράζω, μασάω με τις ώρες χωρίς να καταπίνω την τροφή.

μαμούδ΄ (το), το μαμούνι, το ζωύφιο, το έντομο. Λένε την παροιμία: «Ούλα τα μαμούδια δεν κάν΄νε μελ΄».

μανά!, επιφ. έκπληξης, θαυμασμού, απορίας, ευχαρίστησης.

μανά ιγώ!, λυπητερά επιφ.

μάναζουμ (τσί), της μάνας μου. Λένε τον όρκο: «Μα τσί μάναζουμ το γάλα!».

μανάκα (η), η γιαγιά.

μάνε-μάνε (χρον. επίρ.), μάνι-μάνι, στα γρήγορα, βιαστικά.

μανέλα (η), το μακρύ σίδερο (μοχλός) με το οποίο τριτσάρουν τη σκέπα του ανεμόμυλου.

μανίζω, μανιάζω, θυμώνω. Αόρ. μάν΄σα, μτχ. μαν΄σμενος.

μαν΄σόκωλος, -α, -ο, πεισματάρης. Λένε τη βρισιά: « Α! μουρή μαν΄σόκωλα».

μαντένα (η), η ερωμένη, η αγαπητικιά.

μάντρα (η), το μαντρί των προβάτων.

μαντρίζουμι, διατηρώ μάντρα για τα ζώα. Επίσης μαντρίζω τα ζώα μου. Λένε: «Που μαντρίζισι;», δηλ. «Που έχεις τη μάντρα σου;». Μέση φωνή του μσν. ρ. μανδρίζω.

μαξ΄λάρια (τα), τα ξύλινα υποστηρίγματα στα οποία ακουμπά το αξόνι του ανεμόμυλου.

μαξούζ΄ (τροπ. επίρ.), επίτηδες, σκόπιμα.

μαξούλ΄ (το), η σοδειά, η παραγωγή.

μαράζ΄ (το), το μαράζι, η στενοχώρια, η αδυναμία.

μαργώνω, παγώνω, ξυλιάζω από το κρύο. Λένε: «Μαργώσαν τα χέριαμ΄!».

μαρέ! (αρσ., ουδ.), μαρή! (θηλ.), μωρέ (-ή), βρε! Προσφωνήσεις η κλητικά επιφ. Όταν χρησιμοποιούνται ως κλητικά επαναλαμβάνονται και μετά το όνομα, π.χ. «Μαρέ Ν΄κόλα μαρέ!» ή «Μαρή Βαγγελία μαρή!».

μαρμαρίτα (η), τηγανίτα που ψήνεται στο πλακί πάνω στα κάρβουνα. Τις μαρμαρίτες τις τρώνε με μελί ή πετιμέζι, συνήθως στα Φώτα.

μαρτυριά (η), το νόμισμα που δίνει ο νονός σε μικρά παιδιά μετά το βάφτισμα, για να τρέξουν και να μαρτυρήσουν σ΄ όλο το χωριό τ΄ όνομα του μωρού που βαφτίστηκε.

Μά΄ς (ο), ο Μάης. Σε παροιμία: «O Μά΄ς, ο Μά΄ς, ο πεντοφάς, πέντι φορές θα φας και πάλε θα π΄νάς».

μασάτ΄ (το), το ακόνι, όπου ακονίζουν τα μαχαίρια.

μασούρ΄ (το), το μικρό καλαμάκι, στο οποίο τυλίγουν το νήμα της σαΐτας στον αργαλειό.

μασουρίζω, τυλίγω το νήμα στο μασούρι. Σε τραγούδι: «μασούριζι, καλάμιζι, κι λιανουτραγουδούσιν».

μαστόρ’σσα (η), η ειδική για το ράψιμο του νυφικού παπλώματος, του νυφικού στρώματος και το γέμισμα των μαξιλαριών.

μαστραπάς (ο), πήλινο η τσίγκινο κατσαρόλι για νερό η κρασί.

μάτ΄ (το), το μάτιασμα, η βασκανία.

ματά-, ξανά-. Λένε: «Να μας ματάρθιτι!», «Μη ματαπατήσ΄ς έδιου».

ματζούν΄ (το), ρόφημα που πίνουν οι ασθενείς από ελονοσία. Το παρασκευάζουν οι πρακτικές από δεκάδες είδη βοτάνων, σπόρων και μπαχαρικών, με ειδική συνταγή που κρατούν απόρρητη.

μάτια τ΄ς μέρας (ιδιωμ.), πολύ πρωί. Λένε: «Με τ΄ς μέρας τα μάτια».

μαυραγάν΄ (το), ποικιλία σίτου με μαύρο άγανο.

μαύρη (η), το κακό σπυρί, ο καλόγηρος.

μαυρομάτ΄κο (το), λευκό πρόβατο με μαύρους κύκλους στα μάτια.

μαύρος (ο), ο γάιδαρος, το άλογο. Σε τραγούδι: «σηκώνουμι προυί προυί, το μαύρου πιταλώνου».

μαυρουνιά (η), άγριο βότανο που θεραπεύει τούς λειχήνες. Μοιάζει με ραδίκι και έχει μικρά, γαλάζια άνθη και πικρή γεύση.

μαυρουπιλάγια (τα), τα μαύρα πέλαγα, οι μακρινές θάλασσες. Σε τραγούδι: «Γιέ μου, τα ψάρια θα σι φαν΄ κι τα μαυρουπιλάγια».

μαυρουραδούσα (η), όρνιθα με μαύρη ουρά.

μαυρόψ΄, μαυροψέλ΄ (το), το μαυροκέφαλο πρόβατο.

μ΄γάδ΄, μιγάδι (το), μίγμα σιταριού και κριθαριού, τόσο στην σπορά, όσο και στο άλεσμα και φυσικά στο αλεύρι. Το συνήθιζαν παλιότερα, λόγω ελλείψεως σίτου. Και μ΄γιαδένιου ψουμί.

μ΄γαδόψωμου (το), ψωμί από μ΄γαδένιο αλεύρι.

μ΄γούδ΄ (το), το μυγάκι.

μ΄διάζω, μουδιάζω. Και η μτχ. μ΄διαζμενους, -η, -ο.

μεθύζω, μεθώ κάποιον.

μεθύστρα (η), η μπεκρού.

μελάγγεια (τα): τα μαύρα χώματα, τα οποία το καλοκαίρι ανοίγουν, σκάνε.

μελεμένιος, -ια, -ιο, ντελικάτος, λεπτεπίλεπτος, ευπαθής.

μελίπαστο, μηλίπαστο, μελίχλωρο (το), τύπος μαλακού, εύπλαστου, ξανθού τυριού, στο χρώμα του κεριού. Είναι εύγευστο και θεωρείται σπάνιος μεζές, γιατί διατηρείται μικρό χρονικό διάστημα πριν ξεραθεί. Το ξερό το τρίβουν στα φλομάρια. Από το πρόθ. μελί- (=μισό) + παστό ή χλωρό, δηλαδή μισόξερο ή ημίχλωρο.

μέλονα, μέλουνα (η), είδος μαυριδερού ψαριού. Τις μέλονες συνήθιζαν να τις παστώνουν «στο κεραμίδι», δηλαδή ρίχνοντάς στην άρμη τριμμένο κεραμίδι για να παίρνουν χρώμα.

μελόπ΄τα (η), κερήθρα γεμάτη μέλι.

μεράς, μιράς (ο), ο βοσκότοπος.

μεριδοχάρτι (το), το χαρτί με τα ονόματα που δίνουν στον ιερέα, για να ευχηθεί «υπέρ υγείας» η «υπέρ αναπαύσεως».

μεσά (η), το μεσαίο λουρί, το οποίο δένουν κάτω απ΄ τη κοιλιά του ζώου και στηρίζει το σαμάρι.

μεσάντρα, μισάντρα (η), το ξύλινο, σανιδένιο χώρισμα για τα ρούχα.

μεσαρία (τοπ. επίρ.), καταμεσής, μες τη μέση.

μεσοδόκι, μισουδόκ΄ (το), το κεντρικό δοκάρι της στέγης το οποίο στηρίζεται στα δύο καλκάνια.

μεσοχωριά, μισουχωριά (τοπ. επίρ.), το κέντρο του χωριού.

μεταβροχ΄κό (το), το κατώτερης ποιότητας βρεγμένο βαμβάκι, που μαζευόταν μετά από βροχή.

μετάδοση (η), η θεία μετάληψη.

μεταξώστα (η), σήτα κοσκινίσματος αλευριού, ταγμένη από ψιλό μετάξι, για να συγκρατεί το σιμιγδάλι.