Κυριακή 14 Μαρτίου 2010

Γλωσσάρι Λήμνου (Πλ-Πυ)

Από το βιβλίο του Θ. Μπελίτσου

«Συλλογή γλωσσικού υλικού από τη Λήμνο.

Συμβολή στη μελέτη του λημνιακού γλωσσικού ιδιώματος»

Έπαινος της Ακαδημίας Αθηνών

- Π -

πλάγ (το), η πλαγιά.

πλάδα (η), η πουλάδα, η μικρή κότα πριν γεννήσει.

πλακί (το), η πέτρινη ή μαρμάρινη πλάκα, στην οποία ψήνουν τις μαρμαρίτες (βλ.λ.) και τις πλακόπτες (βλ.λ.).

πλακόπτα (η), είδος πίτας χωρίς προζύμι η οποία δεν φουσκώνει. Ψήνεται στο πλακί.

πλακοπτιάζω, πλακουπτίζω, φτιάχνω πλακόπτες. Σε τραγούδι: «ούλη μέρα κουσκινίζ΄ κι την Τρίτ΄ πλακουπτίζ΄». Επίσης, αδυνατίζω. Λένε: «πλακοπίτιασες!» δηλ. «αδυνάτισες!».

πλακοπτιασμένο, πλακόπτο (το), το αδύναμο αρνί το οποίο έχει τόσο στενά λαγγόνια ώστε σχεδόν εφάπτονται.

πλάρ (το), το πουλάρι.

πλατιοί σαλιάκοι (οι), ποικιλία βρώσιμων σαλιγκαριών της στεριάς, τα οποία βγαίνουν συνήθως στα αμπέλια. ΕΊναι πλατύτεροι και για να τους βγάλουν το φαΐ από μέσα, τους κόβουν το καβούκι με μαχαίρι, πριν τους βράσουν. Τρώγονται μαγειρευτοί με σάλτσα ή φλομάρια.

πλατράδικο (το), αρνί με πλατιά ουρά. Επειδή πολλά τέτοια αρνιά προέρχονται από τη Λέσβο, συχνά σημαίνει και το μυτιληνιό αρνί.

πλέκω, πλέχω, κολυμπώ αλλά και υφαίνω.

πλευρικιάζω, τρώω πολύ χωρίς τελειωμό.

πλήμμ (η), η πλημμυρίδα.

πλίθ (οι), οι πλίνθοι, οι τσιμεντόλιθοι.

πλίτσα (η), η άδεια γάμου.

πλόργος (ο), τόπος από όπου εξορύσσεται πηλός για τα αγγεία ή για τη στεγανοποίηση των σκεπών.

πλούδ (το), το κοτοπουλάκι.

πλουλώ, φεύγω, αναχωρώ, πηγαίνω αλλού.

πνάκ (το), το πινάκι, μέτρο σιτηρών, ξύλινος κάδος διαμέτρου 7Ο εκ. και βάθους 5Ο εκ.

πνακωτός, -ή, -ό, ο όμοιος με το πνάκι.

πνιγούρ (το), σκεύασμα από σιτάρι τριμένο και βρασμένο με καβουρμά.

πνίγω, εκτοπίζω, καταστρέφω, επιβάλλομαι. Λένε: «Οι βρωμούσες πνίξαν την αργασά».

πνόμ (το), παρωνύμιο, παρατσούκλι, παρανόμι.

πνομιάζω, φωνάζω κάποιον με το παρατσούκλι του.

ποδάρι, πουδάρ (το), το μερίδιο του ζώου. Λένε: «να πουδάρ» δηλ. «ένα τέταρτο του ζώου», «δυό πουδάρια» δηλ. «το μισό ζώο» κλπ.

ποδαριά (η), η υπώρεια υψώματος, λόφου, βουνού.

ποδιά (η), ύφασμα κεντημένο με σταυρούς, λουλούδια και μικρά ρητά (π.χ. «ΙC XC ΝΙCA»), το οποίο κρεμούν στο τέμπλο κάτω από τις εικόνες, συνήθως στα ξωκλήσια.

ποδοκόπια (τα), η αποζημίωση για τα οδοιπορικά εξοδα.

ποδόλα (η), η πατημασιά, το ίχνος του ποδιού.

πολύνω, πουλύνου, πληθαίνω, μεγαλώνω. Λένε: «Πουλύναν τα μαλλιάσ΄».

πομένω, πουμένου, απομένω. Αόρ. πόμηνα.

πορδίλος (ο), πορδίλο (το), το ούζο της τελευταίας καζανιάς το οποίο είναι κακής ποιότητας, γιατί μυρίζει καζανίλα και είναι πολύ αραιό (17-18 γράδα).

πόρεψ (η), το απαραίτητο, το καθημερινό, η συντήρηση, το βιος, ότι χρειάζεται για να πορευτείς. Λένε την ευχή: «Ο Θός να σ δίν πόρεψ΄!».

πορπατώ, πουρπατώ, περπατώ.

πουζνάρα (η), η τσέπη.

πούλ (το), το γραμματόσημο.

πουλάδα (η), η νεαρή κότα.

πουλούκ (το), το νεώτερο σιδερένιο αλέτρι το οποίο ρίχνει το χώμα μονόπατα, ενώ το νί (βλ.λ.) το έριχνε και από τις δύο μεριές. Το πουλούκι έχει ξύλινα μέρη μόνο το ζυγό και το μπόλι (βλ.λ.).

πουλυχρονώ, εύχομαι να είναι κάποιος πολύχρονος. Λένε την ευχή: «Ου Θιός να σι πουλυχρονά!».

πούντα (η), το κρυολόγημα.

πουντιάζω, κρυολογώ. Και η μτχ. πουντιασμένος, -η, -ου.

πούπετα, πούπετας (τοπ. και ποσοτ. επίρ.), πουθενά, τίποτα.

πριχού (χρον. επίρ.), πριν, προτού.

προβάτα, προυβάτα (η), βρώσιμο αγριόχορτο με βυσσινί άνθος και γλυκιά γεύση. Όταν τη βοσκήσουν τα πρόβατα, νοστιμίζει το γάλα και το τυρί τους.

προβατσλιά, προυβατσλιά (η), το κόπρανο του πρόβατου.

προίκες (οι), η προίκα. Λένε: «Για να διούμ κι τσι προίκες!».

προμάζωμα, προυμάζουμα (το), το περιμάζωμα, υβριστική λ. Λένε: «Φυγ΄ ρε προυμάζουμα!».

προμερώθε (χρον. επίρ.), προ ημερών, πριν από πολλές ημέρες. Λένε: «Προμερώθε τοίμαζαν το σπίτ΄» (π.χ. για μια γιορτή).

προσαψίδ, προυσαψίδ (το), το προσάναμμα, το κλαράκι που μπορεί να χρησιμέψει για προσάναμμα.

προσφυγάκια (τα), είδος μπακαλιάρων.

πρόσφωλο (το), το ψεύτικο αυγό που αφήνουν μόνιμα στη φωλιά, για να γεννά η κότα πάντα στην ιδια θέση.

προσωπική, προυσουπκή (η), η εθελοντική προσφορά εργασίας για τις ανάγκες του χωριού, η οποία συνηθιζόταν μέχρι τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Ο κάθε κάτοικος προσέφερε τρία μεροκάματα το χρόνο. Με το θεσμό της προσωπικής γίνονταν πολλά κοινόχρηστα έργα: πλακόστρωση οδών, ανέγερση σχολικών κτιρίων και ναών, καθαριότητα πριν από τις μεγάλες γιορτές (άσπρισμα και σκούπισμα ναών και δρόμων) κ.α.

προσώρας, προυσώρας (χρον. επίρ.), για την ώρα, προς το παρόν.

προυζύμ΄ (το), το προζύμι.

προυκιχαγιάς (ο), ο πρωτοκεχαγιάς, ο μεγαλοβοσκός, ο εύπορος κεχαγιάς. Εύποροι κεχαγιάδες αναδείχτηκαν μετά το 1840, όταν επιτράπηκε στους χριστιανούς να αγοράζουν γη.

προυκοσύμφωνο (το), το προικοσύμφωνο.

προύνα (η), το δαμάσκηνο.

προυτνός, πρωτινός, -ή, -ό, ο παλιός, ο περασμένος.: «οι προυτνοί ανθρώπ», «τα προυτνά χρόνια».

προυψέ (χρον. επίρ.), προχθές.

πρώμος, -η, -ο, ο πρώιμος, ο άγουρος, ο πρόωρος: «το πρώμο παιδί», δηλ. αυτό που γεννήθηκε πρόωρα.

πρωτάρα (η), η πρωτότοκη κόρη.

πρωτλιά (η), το γνωστό παιδικό παιχνίδι σαμαράκια ή βαρελάκια.

πρωτόγαλο (το), το πρώτο γάλα του θηλυκού ζώου μετά τη γέννα.

πρωτόγεννο, προυτόγιννου (το), το χρονιάρικο αρνί που πρωτοαλλάζεται και δεν εχει ξαναγεννήσει.

πρωτοδαίμονας (ο), ο αρχιδιάβολος. Και ως βρισιά: «Μαρέ προυτουδαίμονα φύγε πεδευτού!».

πρωτοκούλκο (το), το πρωτότοκο παιδί.

πρωτολάτης (ο), το πρώτο πεπόνι ή καρπούζι που βγαίνει από τη ρίζα. Συνήθως το βαστούν για σπόρο.

πρωτοστέφανος, -η, ο (η) στεφανωμένος μόνο μια φορά, που δεν έχει χηρέψει.

πρωτοτσούκαλο (το), το πρώτο τσουκάλι ούζου στο ρακοβγάλσιμο (βλ.λ.). Είναι το πιο δυνατό (μέχρι 36 γράδα) και δεν πίνεται. Το χρησιμοποιούν ως γιατρικό: για κομπρέσες και εντριβές.

πυκνουκέρασμα (το), το συχνό κέρασμα.

πυρλαντίζω, αναψοκοκκινίζω από θυμό, κακία κ.λπ.

πυρουστιά (η), το σιδερένιο τρίποδο του τζακιού. Λένε στήν αποτυχημένη προξενήτρα: «Στην έχνε κρεμάσ΄ την πυρουστιά!».

πυρρός, -ή, -ό, ο καυτός, ο πυρωμένος.

πυρωμένα (τα), καμένα. Ειδική εκφραση μόνο για τα στάχυα. Όταν παραξεραθούν και σπάνε εύκολα, λένε: «Δεν θερίζουντ, έναι πυρωμένα».

πυρών΄ (ιδιωμ.), κάνει ζέστη, έχει καύσωνα.

πυρώνω, -ουμι, καίω, καίγομαι, ζεσταίνομαι υπερβολικά. Λένε: «πύρωσ το μαγκάλ» δηλ. «έκαψε το μαγκάλι», «έναι πυρωμένους απ το γήλιου» δηλ. «έχει κοκκινίσει από τον ήλιο».


Γλωσσάρι Λήμνου (Πε-Πι)

Από το βιβλίο του Θ. Μπελίτσου

«Συλλογή γλωσσικού υλικού από τη Λήμνο.

Συμβολή στη μελέτη του λημνιακού γλωσσικού ιδιώματος»

Έπαινος της Ακαδημίας Αθηνών

- Π -

πεδευτού (τοπ. επίρ.), από κει. Λένε: « Φύγε μαρή πεδευτού!».

πεζεβένης (ο), ο μαστρωπός.

πεζούλα (η), το ξεροτρόχαλο πέτρινο υποστήριγμα, το οποίο στηρίζει τα χώματα στα ανισόπεδα κτήματα, σχηματίζοντας κλίμακες.

πεκλάψαν (ρ. αόρ.), το λένε για τα αρνιά που τα απογαλάκτισαν πριν 2-3 ημέρες και λησμόνησαν τις μητέρες τους.

πεκόβω, αποκόβω, απογαλακτίζω. Λένε: «Πεκόψαμ» δηλ. αποκόψαμε τ΄ αρνιά μας από τις μητέρες τους και επομένως έχουμε γάλα για πήξιμο.

πεκουράζουμι, ξεκουράζομαι. Λένε: «Κάτσ΄ να πεκουραστούμ κι κουμμάτ».

πελεκάνος (ο), ο λιθογλύπτης, ο καλλιτέχνης λιθοξόος, που εκτός από πετράς ήξερε να χτενίζει την πέτρα. Οι πελεκάνοι σκάλιζαν καμπαναριά, τέμπλα, υπέρθυρα σπιτιών και σχολείων, κτητορικές επιγραφές ναών, κιονόκρανα, κρήνες, πηγάδια, γεφύρια, ηρώα και διακοσμητικά μοτίβα σε προσόψεις, μπαλκόνια, μνήματα κ.α.

πελεκτός, -ή, -ό, ο λαξεμένος, ο πελεκημένος βράχος, πέτρα.

πεντάνευρο (το), άγριο βότανο με πέντε νεύρα στα φύλλα του. Θεραπεύει τη διάρροια.

πενταπλουμισμένη (η), η πολύ όμορφη και στολισμένη κοπέλα.

πενταρούδας (ο), ο φιλοχρήματος.

πεντάφεντε (τροπ. επίρ.), μεγάλε αφέντη, πέντε φορές αφέντη. Στο τραγούδι των Φώτων: «Αφέντη μου, πεντάφεντε, πέντε φορές αφέντη».

πεντέχνη, πεντέχιν (η), οι πέντε πρώτες μέρες της νέας σελήνης. Λένε: «Στν χάσ και στν πεντέχιν φαίνεσι!».

πεντοφάς (ο), ο φαγάς. Σε παροιμία: «O Μάς, ο Μάς, ο πεντοφάς, πέντι φορές θα φας και πάλε θα πνάς».

πεξλωμένος, -η, -ο, ο ξαφνιασμένος, ο σαστισμένος.

πέρα πά (τοπ. επίρ.), πέρα μακριά.

πέρα δικνά (τοπ. επίρ.), εκεί πέρα σε συγκεκριμένο σημείο.

πέργιορας (ο) ή περιόρι (το), ο περίβολος του σπιτιού.

περδικαύγουλο (το), το αυγό της πέρδικας. Συνήθιζαν να βάζουν ένα περδικαύγουλο στις παιδικές λαμπροκλούρες.

περδίκι (το), η πέρδικα (υποκ.). Στα ρετσπέρικα κάλαντα: «σπέρνει και ρόβι δικοχτώ, κάτου στο περιγιάλι / κι εκείνου το εφάγανι όλο λαγοί, περδίκια».

περόν (το), το χοντρό καρφί.

πέρσ (χρον. επίρ.), πέρυσι. Και πρόπερσ΄.

περσσογαλιά (η), η αφθονία, το περίσσεμα του γάλακτος κατά την εποχή που πεκόβουν τα πρόβατα.

περτκάτο, πετκάτο (το), το μαυρόασπρο αρνί, το πιτσιλωτό.

περτκούδ΄ (το), το μικρό της πέρδικας.

περτκούλα (η), η περδικούλα και χαϊδευτικό κοριτσίστικο προσωνύμιο.

περτσλιάρης (ο), ο σημαδεμένος.

περτσλός, πιρτσλός, -ή, -ό, ο πιτσιλωτός. Επωνυμία ζώων: περτσλό αρνί, περτσλή αίγα.

πεσώνουμι, πισώνουμι, φθάνω. Συχνός ο αόρ. πισώθκα: έφτασα.

πεσώνω, πισώνω, μεταφέρω λόγια (προφταίνω). Λένε: «Στα πισώσαν κιόλας;», δηλ. «Πρόφτασαν και στα είπαν;».

πετνός (ο), πετνάρ (το), ο πετεινός.

πετράδ (το), πρωτοχρονιάτικο τυχερό παιχνίδι. Τοποθετούν κέρματα το ένα πάνω στο άλλο, όλα με την ίδια όψη και τα σημαδεύουν με ένα πετραδάκι, το «πετράδ΄». Όσα καταφέρνουν να τα αναποδογυρίσουν, τα κερδίζουν.

πετραδερός, -ή, -ό, ο πετρώδης.

πετράς (ο), ο λιθοξόος, παραδοσιακός τοπικός τεχνίτης, λατόμος και πετροχτίστης.

πετροκολόκυθο (το), είδος κολοκυθιού.

πετροπέρδικα (η), κολακευτικό γυναικείο επίθετο.

πετροσάνδο (το), η ξύλινη σανίδα πάνω στην οποία φόρτωναν στα ζώα και κουβαλούσαν πέτρες από τα λατομεία.

πετρώνω, στερεώνω κάτι με πέτρα. Π.χ. πετρώνουν τα κεραμίδια για να μη τα παρασύρει ο αγέρας.

πετσί (το), το ξερό περίβλημα του καρβελιού, η κόρα. Πανωπέτσ και κατωπέτσ είναι οι αντίστοιχες επιφάνειες του ψωμιού.

πετσοπάτωμα: το ενδιάμεσο ξύλινο πατάρι του ανεμόμυλου, στο οποίο μαζεύεται το αλεύρι από την αλευροβρόχ.

πέτσωμα (το), το ξύλινο στήριγμα της σκέπας.

πετσώνω, φτιάχνω το πέτσωμα, το ξύλινο στήριγμα της σκέπας, δηλ. το μισουδόκ και τα καπρούλια.

πεύκι (το), το πεύκο.

Πέφτ (η), η Πέμπτη.

πήγαδος (ο), πηγάδα (η), το μεγάλο πηγάδι.

πηγαδόχλα (τα), τα πέτρινα χείλη του πηγαδιού.

πήκα (ρ. αόρ.), είπα. Σε τραγούδι: «εδώ μας πήκαν κι ήρταμε σι τούτα τα παλάτια».

πηρετω, υπηρετώ, βοηθώ, ακολουθώ. Σε τραγούδι: «άρχεψε γλώσσα μ άρχεψε, κι χείλι μου πηρέτα».

πηρούνα (η), η λεπτή σιδερένια πηρούνα για το λίχνισμα του καρπού.

Πήχεις (οι), ο αστερισμός Ζυγός.

πηχτή (η), σκεύασμα από βρασμένο χοιρινό κρέας (κυρίως από το κεφάλι και τα πόδια του σφαχτού) με αλάτι, λεμόνι, σκόρδο και μυρωδικά (π.χ. φύλλα δάφνης), το οποίο τόχουν αφήσει να πήξει μέσα σε λίπος. Τό φτιάχνουν μετά τα χοιροσφάγια (26 Δεκεμβρίου) και διατηρείται στο λίπος όλο το χειμώνα.

πθαμόμπουγο (το), υβριστική λέξη, ο κοντούλης, ο κοντοπίθαρος.

πθάρ (το), το πιθάρι.

πιάνω τ΄ ζύμ΄ (ιδιωμ.), δουλεύω το προζύμι.

πιδαυλιάζω, σβήνω τη φωτιά.

πιδεξεύουμι, τελειοποιούμαι, γίνομαι πιο επιδέξιος, επιτηδεύομαι.

πιδέχουμι, προσέχω κάτι, ανέχομαι.

πιει (το), το πιοτό.

πικράγγουρο (το), το ξυλάγγουρο, το αγγούρι.

πιλογουμι, απολογούμαι, απαντώ.

πίνα (η), μεγάλο βρώσιμο οστρακόδερμο.

πινακωτή, πνακουτή (η), το ξύλινο σκεύος, στο οποίο αφήνουν το ζυμωμένο ψωμί να φουσκώσει.

πιοτί (το), το πιοτό.

πιριχούνω, περιχύνω, λούζω.

πισκίρ (το), η πετσέτα. Σύνθ. λ. ταβλοπίσκιρο σε τραγούδι: «Να γίνου ταβλοπίσκιρο απά στα γόνατά σου».

πισπιλδίζω, σκιρτώ, λαχταρώ.

πιστόλα (η), πρωτόγονο «πιστόλι» χωρίς σκανδάλη, το οποίο έφτιαχναν για να βροντούν στην Ανάσταση, κυρίως στη Μύρινα και στα γύρω χωριά. Η πιστόλα αποτελειτο από μία ή δύο σιδερένιες κάνες (μονόκανη ή δίκανη) με σιδερένια ή ξύλινη λαβή. Τη γέμιζαν με μπαρούτι και τη στούπωναν με πανιά με τη βοήθεια της παραγεμιστήρας. Στό πίσω μέρος της κάνης υπήρχε η φάλια (βλ.λ.), στην οποία συνδεόταν το φυτίλι και το καψούλι. Την πυροδοτούσαν χτυπώντας το καψούλι σε πέτρες ή βράχους, με αποτέλεσμα να γίνονται συχνά ατυχήματα. Οι πιστόλες απαγορεύτηκαν το 1967 από τη δικτατορία και έκτοτε το έθιμο ατόνησε και σταμάτησε.

πιταυρίζουμι, τεντώνομαι νυσταγμένα.

πιτνάρ΄ (το), το πετεινάρι.

πιττός (ο), ο πετεινός.

πιτχαίνω, πετυχαίνω. Αόρ. πέτχα.

Γλωσσάρι Λήμνου (Πα-Πατ)

Από το βιβλίο του Θ. Μπελίτσου

«Συλλογή γλωσσικού υλικού από τη Λήμνο.

Συμβολή στη μελέτη του λημνιακού γλωσσικού ιδιώματος»

Έπαινος της Ακαδημίας Αθηνών

- Π -

πα (τοπ. επίρ.), πάνω. Λένε: «Πα στο μύλου».

παγούρ (το), το καβούρι. Βλ.λ. τσαγανός.

παεινά (τοπ. επίρ.), εκεί πάνω.

παζαρόψουμο (το), το αγοραστό ψωμί, όχι το σπιτ΄κό (βλ.λ.).

παιδιογόν΄ (το), το παιδομάνι.

παίζ΄ ου καιρός (ιδιωμ.), ο καιρός είναι ασταθής, πότε εχει ηλιο, πότε συννεφιάζει, πότε βρέχει.

παλαμαριά (η), η ξύλινη χειρολαβή που χρησιμοποιεί ο θεριστής, για να συλλαμβάνει μια αγκάλη σιτηρών.

πάλε (επίρ.), πάλι.

παλιογεβεντισμένη (η), η παλιογυναίκα, το γύναιο.

πάλιουρας (ο) και παλιούρα (η), το γέρικο ζώο, η γέρικη προβατίνα. Συν. μπαλιός.

παλουκώνω, -ουμι, καρφώνω στο χώμα ένα παλούκι, δένω το ζώο σ΄ ένα παλούκι καρφωμένο στο χώμα. Λένε: «Παλούκωσες το γάδαρου;»

παναγιάτ΄κο (το), το καινούργιο ρούχο το οποίο ράβουν ή αγοράζουν ειδικά για τη γιορτή της Παναγίας (15 Αυγούστου).

παναγύρ΄ (το), το πανηγύρι. Σε τραγούδι: «μόνε θέλου τον Αργύρ΄, να με πά΄ στο παναγύρ΄».

πανεδιώ (τοπ. επίρ.), εδώ πάνω.

πανέρ΄ (το), ο συγγενής του γαμπρού ή της νύφης, που κουβαλά τα δώρα του αρραβώνα μέσα σ΄ ένα πανέρι. Συνήθως υπάρχουν τρία πανέρια: ένα για τη νύφη με ρούχα, παπούτσια και αρώματα, ένα για τους συμπεθέρους με ρούχα και ένα για το σπίτι με γλυκά.

πάνες (οι), η πράσινη κρούστα που σχηματίζεται στα στάσιμα νερά.

πανίζω, καθαρίζω το φούρνο από τις στάχτες μ΄ ένα πανί.

πάνισμα (το), το καθάρισμα του φούρνου από τις στάχτες.

πανουγόμαρου (τροπ. επίρ.), στην κορυφή του γομαριού. Σε τραγούδι: «να βάλου πανουγόμαρου του μύλου το λιθάρι».

παντελής (ο), είδος ψαριού.

παντέχου (ρ.), προσδοκώ, ελπίζω, περιμένω. Λένε: «΄να σωρό δ΄λειές με παντέχ΄νε!», «Βιάσου, σένα θα παντέχ΄νε!».

παντιέρα (η), η σημαία. Λένε: «Έβαλι παντιέρα ου μυλωνάς» δηλ. μάζεψε όλα τα πανιά του μύλου, εκτός από ένα που το άφησε ν΄ ανεμίζει, σημάδι ότι ο μύλος είναι ελεύθερος.

πανωπέτσ΄ (το), η επάνω σκληρή επιφάνεια (κόρα) του ψωμιού.

πανωτιαστά (τροπ. επίρ.), το ένα πάνω στ΄ άλλο.

παπαδίζω, πάω για παπάς.

παπαλίνα (η), ο γόνος της σαρδέλας, όταν φθάσει σε μήκος 5-7 εκ., οπότε μπορει ν΄ αλιευτεί.

παππούζιμ΄ (ο), ο παππούς μου.

παραβαρώ, γίνομαι βάρος, εμπόδιο σε κάποιον. Ρωτουν: «Μη σας παραβαρω;», δηλ. «Μήπως σας γίνομαι βάρος;».

παραβγάζω, κατευοδώνω, συνοδεύω τον καλεσμένο μέχρι την εξώπορτα, όταν φεύγει.

παραβούτ΄ (το), το μισό βαρέλι, στο οποίο πατούν τα σταφύλια.

παραγαλιάζω, δεν βγάζω γάλα. Λένε: «Παραγάλιασ΄ η προβατίνα».

παραγάλιασμα (το), αρρώστια των προβάτων κατά την οποία δεν βγάζει γάλα ο ένας από τους μαστούς.

παραγανεύω, παραμονεύω, παραφυλάω.

παραγεμιστήρα (η), το μικρό σιδερένιο ραβδάκι με το οποίο γέμιζαν με πανιά τις πιστόλες της Λαμπρής.

παραδορώ, παραπατώ. Λένε: «Ψες ήπιεν και παραδορούσεν».

παραδ΄πνά το φιγγάρ΄, αργεί να ανατείλει το φεγγάρι.

παρακάνω, εργάζομαι περισσότερο από το κανονικό. Τα χειμωνιάτικα βράδια οι γυναίκες μαζεύονταν σε παρέες και «παράκαναν», δηλ. κεντούσαν, έραβαν, μαντάριζαν κλπ.

παρακ΄γής (τοπ. επίρ.), παρακάτω.

παραμίνα (η), είδος λοστού για το άνοιγμα πηγαδιών, σκάψιμο βράχων κλπ.

παραμπαρίζω, είμαι παρόμοιος, περίπου ίδιος.

παραμπρός, παραμπρουστά (επίρ), πιο πέρα, πιο μπροστά.

παραξ΄σμός (ο), η ζέστη, ο πυρετός. Ο «Αη Γιάννης ο Παραξσμός», ο αυγουστιάτικος Αη Γιάννης (29 Αυγούστου).

παραπονίδ΄ (το), μικρό εξάνθημα του δέρματος.

παραπόρτ΄ (το), η μικρή παράπλευρη πόρτα, το πορτάκι.

Παρασκιβή (η), η Παρασκευή.

παρασκόλ΄ (η), η επόμενη μέρα της αργίας (σχόλης). Σε τραγούδι: «την Παρασκιβή είχιν σκόλ΄, το Σαββάτου παρασκόλ΄».

παράσκουλο (το), η μικρή γιορτή, η επόμενη μέρα της γιορτής (σχόλης).

παρασπόρ΄ (το), το επιπλέον προϊόν το οποίο αναγκάζονταν να δώσουν οι κεχαγιάδες στο αφεντικό, πέραν του συμφωνημένου. Τυπικά δεν ήταν υποχρεωμένοι, αλλά το πρόσφεραν εθιμικά για να εξευμενίσουν το αφεντικό και να ξαναμπαριστήσ΄νε (βλ.λ.).

παραστέκουμι, συμπαρίσταμαι.

παραστόλ΄ (το), ο (η) παράνυφος, το παρανυφάκι.

παράτ΄ (το), ο σύρτης.

παρατώνουμι, κλειδώνομαι, μαζεύομαι στο σπίτι. Λένε: «Ψες παρατουθήκαμε νουρίς-νουρίς».

παρατώνω, κλειδώνω, συρταρώνω.

παραΰστερα (χρον. επίρ.), αργότερα.

παραφέντης (ο), το αφεντικό.

παραφτέρωση (η), το γείσο της στέγης το οποίο σχηματίζεται συνήθως από προεξέχουσες πλάκες της σκεπης.

παργόρια (η), η παρηγοριά.

παργουρώ, παρηγορώ.

πάρε τμόν΄ (ιδιωμ.), πάρε σειρά, η σειρά σου.

παρέες (οι), φιλικές ή συγγενικές ομάδες που μαζεύονται για να γλεντήσουν στις Αποσουρτές (βλ.λ.) ή στον κολλυβόζμο (βλ.λ.). Λένε: «Τ΄ς αποκριγιές κάνωμ΄ παρέες».

παρλώ, παρακινώ τα ζώα με δυνατές φωνές, να μπουν στη μάντρα.

παρτάλια (τα), τα εντόσθια του σφαχτού, ο πατσάς.

παροξύνω, εκνευρίζω, θυμώνω κάποιον.

πάστρα (η), καθαριότητα.

παστρεύω, καθαρίζω.

πατατούκα (η), το παλτό, το χοντρό πανωφόρι του κεχαγιά, που το φτιαχνε από αρνίσιο ή κατσικίσιο δέρμα με το τρίχωμα από μέσα.

πάτμα (το), τοπικός χορός της Λήμνου σε ρυθμό χασαποσέρβικου αλλά με πάτημα και των δύο ποδιών σε κάθε τρίτο βημα.

πατνίτσα (η), η πήλινη κατσαρόλα στην οποία πήζουν το γάλα, αλλά και μαγειρεύουν.

πατόζα (η), η αλωνιστική μηχανή.

πατ΄τήρ΄ (το), το ξύλινο φορητό πατητήρι.

πάτωση (η), το πάτωμα.