Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2010

Γλωσσάρι Λήμνου (Κβα-Κοπ)

Από το βιβλίο του Θ. Μπελίτσου

«Συλλογή γλωσσικού υλικού από τη Λήμνο.

Συμβολή στη μελέτη του λημνιακού γλωσσικού ιδιώματος»

Έπαινος της Ακαδημίας Αθηνών

- Κ –

(συνέχεια)

κ΄βανώ, κουβαλώ. Και το ουσ. κ΄βάν΄μα (το), συνήθως ως σύνθετο: νεροκ΄βάν΄μα .

κ΄βάρα (η), κ΄βάρ΄ (το), το κουβάρι, το μπέρδεμα, η ανακατοσούρα. Λένε: «Γίναμ΄ μία κβάρα».

κεινά (τοπ. επίρ.), εκεί πέρα.

κειος, κείν΄, κειο, εκείνος, εκείνη, εκείνο.

κένωμα (το), το σερβίρισμα του φαγητού από την κατσαρόλα στο πιάτο.

κεραυλό (το), το αρνί που έχει κέρατα.

κεφαλάγκαθο (το), το γαϊδουράγκαθο με το μεγάλο κίτρινο άνθος (κεφάλι).

κεφαλούδ΄ (το), το κεφαλάκι (υποκ.), το μικρό κομμάτι από κρέας, ψωμί κλπ.

κεφλεντισμένος, -η, -ο, ο κεφάτος, αυτός που έχει έρθει στο κέφι.

κεχαγιάδ΄κους, κεχαγιάς (ο), τοπικός χορός και τραγούδι (σε ρυθμό 7/8) που χαρακτηρίζει το νησί.

κεχαγιάς, κιαχαγιάς, τσαχαγιάς (ο), ο αγροτοκτηνοτρόφος που ενοικιάζει ξένα κτήματα ή βοσκοτόπια, ο δουλοπάροικος σε ελληνικά η τούρκικα τσιφτλίκια.

κεχαγ΄λίκ (το), η συμφωνία και η εγκατάσταση του κεχαγιά στο αγρόκτημα κάθε δεκαπενταύγουστο.

κ΄θάρ΄ (το), το κριθάρι. Λένε: «κ΄θάρ΄, στάρ΄, πάν΄ στου μύλου».

κ΄θαρίδα (η), το κριθαράκι στο μάτι.

κιβούρ’ (το), το φέρετρο.

κιντρουματιά (επίρ.), καταμεσής, ακριβώς στο κέντρο. Σε τραγούδι: «κιντρουματιά τήνι χτυπά πα στου βυζού τη ρώγα».

κιούρτος, κύρτος (ο), συρμάτινο κοφίνι ψαρέματος με κυρτό σχήμα.

κιρίζω, δένω τα ζώα στη σειρά, το ένα πίσω από τ΄ άλλο. Λένε: «τα χει κιρισμένα.

κιρνώ, κερνώ.

κλαδώνω, ανεβαίνω στα κλαδιά του δέντρου. «Το δεντροστάφ΄λο κλαδών΄», το αναρριχώμενο κλήμα.

κλαμώνω, κλαίω, αλλά και προκαλώ το κλάμα σε κάποιον. Λένε: «Του κλάμωσ΄ του πιδί», δηλ. «το έκανε να κλάψει».

κλαψοπούλι (το), νυχτόβιο, γλαυκόμορφο πτηνό με πολύχρωμο φτέρωμα.

κλειδί (το), αυτοσχέδιο πασχαλινό βαρελότο. Σιδερένιος κύλινδρος μήκους 12 εκ. περίπου τον οποίο γεμίζουν με μπαρούτι. Τον δένουν με μηχανισμό και τον χτυπούν στον τοίχο για να εκραγεί.

κλειδιά (τα), οι μεγάλες πέτρες που τοποθετούσαν στη βάση του ασβεστοκάμινου και στήριζαν όλο το καμίνι. Από κάτω άναβαν τη φωτιά και από πάνω τοποθετούσαν τις ασβεστόπετρες

κλεφτοψώμ΄ (το), η συνήθεια να κλέβουν τα κ΄λλίκια (ψωμάκια) που ετοιμάζονται πριν από το γάμο. Επίσης ως σκωπτικός χαρακτηρισμός ενός μικροκλέφτη (π.χ. όταν παίρνει φαγητό από ξένο πιάτο): «Βρε κλεφτοψώμ΄!».

κλεψιμνιό (το), το κλεμμένο, το κλεψιμαίικο. Το λιγοστό αλεύρι, ζάχαρη ή φασόλια, που κλέβει η προξενήτρα απ΄ το μπακάλη, για να πιάσει το προξενιό που ετοιμάζει.

κληδον΄κό (το), το προσωπικό αντικείμενο που βάζει κάποια κοπέλα στον κλήδονα, για να μαντέψει πότε ή ποιόν θα παντρευτεί.

κλήδονας (ο), έθιμο λαϊκής μαντείας και το πήλινο δοχείο που χρησιμοποιείται για την τέλεσή του.

κληματσίδα (η), η κληματόβεργα.

κ΄λιακωμέν΄ (η), η γκαστρωμένη, συνήθως για τα ζώα.

κλιβανή, κλεβανή (η), η καταπακτή.

κ΄λλικάς (ο), ο κλέφτης κ΄λλικιών. Επίσης, ο φαγάς.

κ΄λλίκι, κουλλίκι (το), το μικρό ψωμάκι που μοιράζουν ως προσκλητήριο γάμου, το αρχ. κολλίκιον: κουλούρι. Σε ευχή για το ζύμωμα λένε: «Χίλια ψωμιά κι ένα κ΄λλίκ΄!».

κλοκάρια (τα), γυναίκειο παρωνύμιο σε πληθ. τύπο, οι φλύαρες γυναίκες.

κλούβιος, -α, -ο, ο άδειος, ο χαλασμένος, ο ανεγκέφαλος, ο ανόητος: το κλούβιο κιφάλ΄.

κ΄λούρα (η), η κουλούρα, λαμπροκ΄λούρα: η κουλούρα της Λαμπρής.

κ΄λούρ΄ (το), το κουλούρι.

κλουσσοπούλ΄(το), το κλωσσοπούλι, το μικρό κοτόπουλο.

κλωσσάγγουρο (το), το μικροσκοπικό αγγούρι που βγαίνει κοντά στη ρίζα της αγγουριάς. Το κρατούν για σπόρο.

κ΄μάμι, κ΄μούμι (σπανιότερο), κοιμάμαι.

κ΄μπαριάζω, γίνομαι κουμπάρος σε γάμο η βαφτίσια.

κ΄να (η), το αγριάγκαθο κολλιτσίδα.

κ΄νας (ο), κ΄να (το), πρασινικόκκινη καλλυντική σκόνη, την οποία αναμιγνύουν με δάφνη, κανέλλα, μοσχογαρύφαλλο και νερό και βάφουν τα μαλλιά και τα χέρια της νύφης.

κ΄νέλι (το), το κουνέλι.

κ΄νικάτος, κινκάτος, -η, -ο, ο φτιασιδωμένος με κνα, ο κοκκινωπός, π.χ. το κ΄νικάτο μαλλί, το κ΄νικάτο μαντήλι κ.α.

κ΄ντούρα, κουντούρα (η), το ξύλινο εξάρτημα του αλετριού που βρίσκεται στο πίσω μέρος και το πατά ο ζευγάς όταν ζευγαρίζει.

κο! θαυμαστικό επιφ.

κοβνός (ο), ο σωρός από άχυρα, σκουπίδια κ.λπ.

κόζα (τα), τα ατού σε παιγνίδια της τράπουλας, όπως η πρέφα, το ανεβαστό , το εννενηνταεννιά.

κόκα (η), η πλάγια τομή στ΄ αυτιά των προβάτων την οποία κάνουν σαν σημάδι αναγνώρισης.

κοκαλούδ΄ (το), παιδικό παιχνίδι, στο οποίο οι παίχτες συναγωνίζονται για την κατοχή ενός μικρού κόκαλου.

κοκκάρι (το), ο βολβός του κρεμμυδιού που φυτεύεται, το μόσχευμα.

κοκκ΄νομπάμπακο (το), ποικιλία κόκκινου βάμβακος, που καλλιεργείτο παλιότερα.

κοκορίκος (ο), η όρνιθα που λαλεί σαν πετεινός. Δεν γεννά αυγά και συνήθως τρώει τ΄ αυγά των άλλων, γι΄ αυτό τη σφάζουν. Τη θεωρούν γρουσούζικη.

κολάνα (η), το πέτσινο λουρί, το οποίο δένουν στα καπούλια και κάτω από την ουρά του ζώου, για να στηρίζει το σαμάρι.

κολές (ο), είδος στάμνας.

κοληφάδα, κουλ΄φάδα, καλ΄φάδα (η), πληθ. οι κουλ΄φάδες, καρκινοειδή θαλασσινά (είδος ανεμώνης) τα όποια ζουν κολλημένα στα βράχια των ακτών. Τρώγονται τηγανητές, με κρεμμύδια, μπαχαρικά, αυγά και αλεύρι (κροκέτες) και θεωρούνται νόστιμος ουζομεζές.

κόλλα (η), αγριόχορτο από το οποίο βγαίνει ένα κολλώδες άσπρο υγρό, που όταν ξεραθεί μοιάζει με τη μαστίχα. Από το ίδιο γίνεται ποτό.

κολλητός (ο), ο άσεμνος χορός, ο ευρωπαϊκός, ο αγκαλιαστός.

κολλυβόζ΄μο (το), κολλυβόζ΄μος (ο), σκεύασμα από βρασμένο στάρι με μυρωδικά. Το φτιάχνουν την παραμονή του ψυχοσάββατου πρωί-πρωί.

κολοκόβουμι, καταπονούμαι, κοψομεσιάζομαι από την κούραση, κολοκόπ΄κα: παρακουράστηκα και πόνεσε η μέση μου.

κολπάνι (το), το ταμένο ζώο στο καθολικό κάποιου ναού, που θυσιάζεται η αφιερώνεται και βγαίνει σε πλειστηριασμό.

κομμάτ΄, κομματούδ΄, κουμμάτ΄ (επίρ.), για λίγο (χρον.). Λένε: «Κάτσ΄ κομματούδ΄». Επίσης λιγοστό (ποσοτ.): «Δώσε κομματούδ΄ ψουμί».

κομματσδέλ΄ (ποσοτ. επίρ.), πολύ λίγο, απειροελάχιστο.

κομπίνα (η), η θεριζοαλωνιστική μηχανή.

κομπόδεσ΄ (η), το δέσιμο των κόμπων στο υφαντό.

κομπούδι (το), η λαψάνα, αγριόχορτο με κομπώδες ανθάκι.

κονεύω, κάθομαι να φάω.

κοντζές (ο), το μπουμπούκι.

κοντοστείλ΄ ή κουντοστέλ΄ (το), το μικρό στειλιάρι. Λένε: «Θα πιάσ΄ ένα κουντοστέλ΄ κι θα σ΄ αρχινίσου!».

κο(υ)ντοσκοίν΄ (το), το κοντό σχοινί.

κο(υ)ντοσχ΄νίζω, κουντουσκ΄νίζου: μικραίνω το μήκος του σχοινιού, δένω το ζώο με κοντό σχοινί.

κοπανίδα (η), το ξύλινο ρόπαλο με το οποίο κοπανούν είτε τα ρούχα στο πλύσιμο είτε το γλυκάνισο για να πέσει ο καρπός απ΄ το κοτσάνι.

κόπηκα (ρ. αόρ.), κουράστηκα. Και κατακόπ΄κα: παρακουράστηκα.

κοπιάζω, έρχομαι. Λένε: «Κόπιασε μέσα».

κοπροβελής (ο), ο τεμπέλης, ο αργός.

Γλωσσάρι Λήμνου (Καμ-Καψ)

Από το βιβλίο του Θ. Μπελίτσου

«Συλλογή γλωσσικού υλικού από τη Λήμνο.

Συμβολή στη μελέτη του λημνιακού γλωσσικού ιδιώματος»

Έπαινος της Ακαδημίας Αθηνών

- Κ –

(Συνέχεια)

κάμα (το), ο καύσωνας.

καμαροπερπατούσα (η), γυναίκειο εγκώμιο. Σε δίστιχο τραγούδι: «Είσαι αγάπημ΄ όμορφη, είσαι μαυροματούσα, είσαι σιγανομίλητη, καμαροπερπατούσα».

καμαροφρύδα (η), γυναίκα με τοξωτά φρύδια σαν καμάρες. Στα κάλαντα των Φώτων: «κερά ψηλή, κερά λιγνή, κερά καμαροφρύδα».

καματερός, -ή, -ό, ο δουλευτής, ο φιλόπονος. Σε αποκριάτικο σκωπτικό τραγούδι: «ήνταν κι καματερή, ούλη μέρα μια κλουστή».

καμός (ο), ο καημός.

καμπάνες (οι), παιδικό παιχνίδι με καρύδια, τα οποία σημαδεύουν από μακριά, με σκοπό να τα κερδίσουν.

καμπανοφρύδα (η), γυναίκα με υψωμένα φρύδια σαν καμπάνες.

καμπανοφρύδι (το), το υψωμένο φρύδι.

καμπαρντίζω, καυχιέμαι.

καμπαχιέτ΄ (το), το μίσος, ο φθόνος, η κακία, η έχθρα.

καμπαχιετ΄λής (ο), ο μνησίκακος.

κάμωμα (το), η ενασχόληση με το χωράφι, το όργωμα, το νιάσιμο , το σκάψιμο, το σβάρνισμα. Λένε: «Οι αμμ΄δες έναι βολ΄κές στο κάμωμα».

κάνα (η), ο ιστός της αράχνης.

καναπεδ΄λίκια (τα), τα σκιπασίδια του καναπέ.

κανάρ΄ (το), είδος μεγάλου κουνουπιού, που προκαλεί ιδιαίτερα οδυνηρό τσίμπημα.

κανάτι (το), το παραθυρόφυλλο.

κανές, κανέ (αντων.), κανείς, κανένα. Λένε: «Πίν΄ς κανέ ρακί;».

καννιά (η), η ξύλινη τάβλα που κρεμούν από τα καπρούλια της οροφής, στην οποία τοποθετούν διάφορα φαγώσιμα (τυριά, ψωμιά). Έτσι βρίσκονται ψηλά και δεν τα φθάνουν τα ποντίκια.

καννιά (η), το συρμάτινο και παλιότερα καλαμένιο φίμωτρο, που βάζουν στα μεγάλα ζώα (άλογα, βόδια) όταν δουλεύουν, για να μη καθυστερούν τρώγοντας.

κάντιο (το), κομμάτι ζάχαρης (κύβος).

καντ΄λουβάφτ΄σμα (το), το βιαστικό βάφτισμα του ασθενικού νεογέννητου βρέφους, με σήκωμα στον αέρα μπροστά στο καντήλι και τα εικονίσματα.

κάπ΄ κάπ΄ (χρον. επίρ.), κάπου κάπου.

κάπαλο (το), το επίστρωμα, η κρούστα πηγμένου αίματος, που σχηματίζεται στην επουλωμένη πληγή.

καπάντζα (η), τα σκέπασμα, το καπάκι.

καπαρός, -ή, -ό, ο υπόξανθος στο χρώμα της κάπαρης. Επίσης τα ζώα που έχουν κανελί, λευκό και γκρίζο τρίχωμα.

κάπ΄λα (τα), τα καπούλια του ζώου.

καπλαντίζω, επενδύω το πάπλωμα με σεντόνι. Το καπλάντισμα γίνεται τις παραμονές του γάμου.

καπρούλια (τα), τα πλαϊνά ξύλα της σκέπας που στηρίζονται στο μισουδόκι .

καράβι (το), το κινητό εξάρτημα του ανεμόμυλου το οποίο πάλλεται ρυθμικά και ρίχνει τον καρπό από την καλαθάρα στη μυλόπετρα.

καραβιώνας (ο), η αρμάδα, το σύνολο των καραβιών.

καραγάτσ΄ (το), η φτελιά.

καραγή (η), η πάχνη, η πρωινή σχεδόν παγωμένη δροσιά των φύλλων.

καράκλα (η), κάρακλο (το), το κρανίο.

καρατέρνω, υπολογίζω.

καρατζής (ο), ο ληστής.

καρένιος, -α, -ο, ο καρυδένιος. Στα κάλαντα των Φώτων: «σήκου κεράμ΄ κι άνοιξε την πόρτα την καρένια».

καριγλί (το), το καρεκλάκι.

καρκάλι (το), το κουρέλι.

καρναβάλια (τα), οι μασκαράδες της Αποκριάς. Λένε: «ντύθ΄καν καρναβάλια».

καρό (το), εξάρτημα στο οποίο έπλεκαν τις ομώνυμες δαντέλλες.

καρπέτα (η), καρπέτο (το), το χαλί, το κιλίμι, η κουρελού.

καρσιλαμάς λημνιός (ο), τοπικός χορός σε ρυθμό 5/8.

κάρτο (το), κάρτος (ο), το ¼ του πινακιού.

κάρτο, αριθμητικό επίθ. για τον προσδιορισμό της ώρας π.χ. «δύο και κάρτο» δηλ. «δύο και τέταρτο», «τρεις παρά κάρτο» κ.λπ.

καρτσινάδι (το), το μικρό θαλασσινό σαλιγκαράκι, το ποδαράτο, το σκαλτσούνι.

καρφούδ΄ (το), το λεπτό, μυτερό, ξερό χορτάρι.

καρφούδ’ (το), το μικρό, λεπτό καρφάκι.

καρώνω, τεντώνω τ΄ αυτιά (κυρίως για τα γαϊδούρια).

κασπακ΄νό αρνί (το), συνταγή ψησίματος του πασχαλινού αρνιού όπως συνηθιζόταν στον Κάσπακα. Το μισόψηναν στο φούρνο με αλάτι και μετά πρόσθεταν στο ταψί ρύζι, νερό και μέσα στο αρνί κομμάτια από φρέσκο, ανάλατο τυρί και συνέχιζαν το ψήσιμο.

καστανιά (η), μικρό ξύλινο δοχείο με καπάκι που εφαρμόζει ερμητικά με τη βοήθεια μεντεσέδων. Το χρησιμοποιούν για τη μεταφορά φαγητού στο χωράφι και στο σχολειό.

κατάγιαλα (τα), η ακροθαλασσιά.

καταή (τοπ. επίρ.), καταγής.

κατακάθ΄ (το), το ξάδειασμα, το τελείωμα των εργασιών, η εποχή μετά τον τρύγο, που έχουν ολοκληρωθεί όλες οι αγροτικές εργασίες και κάθονται, ξεκουράζονται.

κατακάθ΄ (το), το καταστάλαγμα, το ίζημα.

καταλαχιώ (επίρ.), τυχαία.

καταπόδ΄ (επίρ.), από πίσω, στα ίχνη κάποιου.

καταπονώ, κουράζω, βάζω κάτω, κατανικώ κάποιον.

καταραχιά (η), η σπονδυλική στήλη.

κατασάγνο (το), το κάτω σαγόνι. Με χτύπησε στα κατασάγνα.

κατασαλαγιά, κατασαλαγ΄σά (η), η ηρεμία, η ησυχία.

κατάστρωμα (το), ο χώρος της μάντρας που το χειμώνα καταστρώνεται με άχυρο για να κοιμούνται τα πρόβατα.

καταστρώνω, στρώνω με άχυρο το χώρο της μάντρας όπου πλαγιάζουν τα πρόβατα, για να μην κοιμούνται πάνω στο λασπωμένο και υγρό έδαφος. Καταστρών’νε το χ’μώνα.

καταφιάζω, δυσφορώ, έχω δύσπνοια, δεν αισθάνομαι καλά.

καταχωνιάζω, κρύβω κάτι χώνοντάς το σε βαθιά κρυψώνα, π.χ. μέσα σε ρούχα.

κατεβασιά (η), η καταρροή της μύτης, το συνάχι.

κατέφλι (το), το κατώφλι.

κατίνα (η), η πλάτη, η ράχη.

κατ΄λονοτιά (η), η κατρουλονοτιά, το ψιλόβροχο που φέρνει ο νότιος άνεμος.

κατό (αριθμ.), εκατό.

κατουστάδα, κατουστή (η), η εκατοντάδα.

κατρακάζα (η), ο τρίφτης του τυριού.

κατρακύλα (η), η ρόδα.

κατρακύλι (το), το καρότσι. Επίσης το λαμαρινένιο στεφάνι του βαρελιού.

κατρακύλια (τα), ονομασία παιδικού παιχνιδιού, που παίζεται με στεφάνια βαρελιών.

κατσάρα (τροπ. επίρ.), το ακαλλιέργητο χωράφι.

κατσαρόλ΄ (το), το μεταλλικό κύπελλο.

κατσ΄βέλα (η), η γύφτισσα και μτφ. η βρώμικη, ατημέλητη γυναίκα.

κατσ΄βελής, κατσίβελος (ο), ο πεταλωτής, ο σιδεράς, ο γύφτος. Επίσης ο εμπειρικός γιατρός, ο τσαρλατάνος.

κατσ΄βελιό (το), το εργαστήριο του κατσίβελου, το πεταλωτήδικο, το σιδηρουργείο.

κατσ΄βέλ΄κο (το), το σχετικό με τον κατσίβελο.

κατσ΄βέλ΄κο (το), είδος χαλβά που φτιάχνεται από τραχανά.

κατσ΄βελόκαιρος (ο), ο παλιόκαιρος, η τραμουντάνα.

κατσιάζω, μαραζώνω, μαραίνομαι, για τα φυτά και μτφ. για τους ανθρώπους.

κατσίκα με το κρέας (ιδιωμ.), σκωπτική φράση, με την οποία σατιρίζουν το φτωχικό, συνηθισμένο γεύμα (π.χ. τα κουκιά).

κατσίκας το β΄ζί (της), ποικιλία κόκκινου σταφυλιού με μακρόστενη ρώγα.

κατσ΄νοπόδι (το), κατσ΄νόποδας (ο), φρύγανο που χρησιμοποιείται ως προσάναμμα κατά το κάψιμο του φούρνου.

κατσόν΄ (το), το σιδερένιο άκρο της βουκέντρας σε σχήμα ορθής γωνίας, με το οποίο καθαρίζουν το αλέτρι από τα χώματα και τις λάσπες.

κατσ΄πουδιά (η), ο πειρασμός, ο διάβολος, ο εριστικός άνθρωπος.

κατσ΄πουδιάρ΄ς, -άρα, -άρ΄κο, ο ανάποδος άνθρωπος, που γκρινιάζει και δημιουργεί συνεχώς προβλήματα.

κατωγούδ΄ (το), το κατώι.

κατωμερίτης, κατωμερίτ’σσα: ο προερχόμενος η καταγόμενος από τα Κάτω Χωριά του νησιού, τα δυτικά, τα κοντινά προς το Κάστρο (Μύρινα).

κατωπέτσ΄ (το), η κάτω σκληρή επιφάνεια (κόρα) του ψωμιού.

καυκαλήθρα, καυκαλίδα (η), αρωματικό αγριόχορτο με λευκό άνθος.

καυκί (το), εξάρτημα στο μηχανισμό του ανεμόμυλου.

καυκιάρ΄ς (ο), ο καυχησιάρης.

καυκιέμι, καυχιέμαι, αόρ. καυκίστηκα.

καφανωτός, -ή, -ό, ο διάτρητος, όπως το καφάσι

καχπέ (η), η πόρνη.

καψιρός, -ή, -ό, δύστυχος, καψερός.

καψοκορμί (το), το καμένο κορμί, το κακόμοιρο άτομο. Λένε: «Πού γυρνάς καψοκορμίμ΄;».

Γλωσσάρι Λήμνου (Καβ-Καλ)

Από το βιβλίο του Θ. Μπελίτσου

«Συλλογή γλωσσικού υλικού από τη Λήμνο.

Συμβολή στη μελέτη του λημνιακού γλωσσικού ιδιώματος»

Έπαινος της Ακαδημίας Αθηνών

- Κ -

καβάδι (το), το βρεφικό λεπτό εσώρουχο.

κάβαδος (ο), το γυναίκειο εσώρουχο, το μεσοφόρι.

καβαλίκος (ο), η μακριά γαϊδούρα, παιδικό αγορίστικο παιχνίδι.

καβουρμάς (ο), σκεύασμα από βρασμένο και τσιγαρισμένο παχύ χοιρινό κρέας, συνήθως από την πλάτη ή τα παΐδια, που συντηρείται σε παγωμένο χοιρινό λίπος.

καγιά (η), ειδικό σχοινί με δυο θηλιές, με το οποίο μαθαίνουν στ΄ άλογα να περπατούν στρωτά, αραχβάνικα .

καγιαρός, -ή, -ό, ο αλλήθωρος, ο μύωπας.

καγιώνω, φτιάχνω την καγιά, φοράω την καγιά στ΄ άλογο.

καγώ (ρ. προστ. αορ.), να καώ. Στη φράση: «ας καγούν κι οι ψύλλ΄», που φωνάζουν όταν πηδούν τους κακαννούς .

καζαντζής (ο), ο ιδιοκτήτης λακκαριού (καζανιού) που ρακοβγάζει.

καζίκ΄ (το), πρωτοχρονιάτικο παιχνίδι. Στο κέντρο ενός κύκλου η «κάσα» καρφώνει μια «βελόνα» (καρφί) και απάνω στηρίζει ένα κέρμα. Οι παίκτες σημαδεύουν με καρύδια προσπαθώντας να βγάλουν το κέρμα από τον κύκλο. Όποιος το καταφέρει κερδίζει το κέρμα, όσοι αστοχούν χάνουν το καρύδι τους από την «κάσα».

καθαροσπόρ΄ (το), ο καθαρισμένος σπόρος σιταριού και κριθαριού, που προορίζεται για τη σπορά.

κάθ΄σε κομματούδ΄ (ιδιωμ.), κάτσε για λίγο, μη φεύγεις αμέσως.

κακάδα (η), η ξερή ακαθαρσία της μύτης.

κακάνες (οι), οι κότες στη νηπιακή διάλεκτο.

κακαννοί (οι), κακαννέρια (τα), κακαννούρες (οι), έθιμο που διεξάγεται την παραμονή του Αη-Γιάννη (23 Ιουνίου), στο οποίο ανάβουν φωτιές καίγοντας καλαμιές. Από τις αρχ. λ. καύσις καννών.

κακαννός (ο), προσωνύμιο του Αγ. Γιάννη την παραμονή του οποίου γίνεται το ομώνυμο έθιμο: «τ΄ Αη-Γιαννιού του Κακαννού».

κακαρέλος (ο), είδος σαργού (ψάρι).

κάκαρο, άγονο χωράφι.

κακήλος, βρισιά χωρίς συγκεκριμένο νόημα.

Κακ΄λαμπράχ΄ς! (ιδιωμ.), Κακή Λαμπρή να ΄χεις! Κατάρα που προφέρεται ως μία λέξη.

κάκναρο (το), ο κόκορας, το κοκόρι.

κακογόμαρο (το), το στραβοφορτωμένο υποζύγιο.

κακογόμαρος, -η, -ο, ο δύσκολα μεταφερόμενος. Κακογόμαρος είναι ο άρρωστος άνθρωπος.

κακουσύν΄ (η), ο παλιόκαιρος, η κακοκαιρία. Λένε την παροιμία: «Όταν βογίζ΄ η θάλασσα εχ΄ κακουσύν΄».

καλαδερφός, -ή, καλαδέρφι: το πνευματικό αδέρφι, δηλ. η σχέση ανάμεσα στο βαφτιστήρι και στο παιδί του αναδόχου.

καλαθάκι (το), το τυριβόλι και τύπος τυριού (σαλαμούρα).

καλαθάρα (η), το ξύλινο πυραμιδοειδές δοχείο στο οποίο μπαίνει ο προοριζόμενος για άλεσμα καρπός, πάνω στη μυλόπετρα του ανεμόμυλου.

καλαμάγρα (η), καλαμώδες αγριόχορτο με βυσσινί-ασπρο κομπώδες ανθάκι, ζιζάνιο που βγαίνει και «πνίγει» τις αργασές.

καλαμιά (η), το θερισμένο χωράφι, στο οποίο έχουν απομείνει οι κομμένοι καλαμώδεις βλαστοί των σιτηρών.

καλαμίδι (το), το καλάμι του ψαρέματος.

καλαμ΄κάνι (το), το λεπτό ξύλο, όπου τυλίγουν τις κλωστές του αργαλειού που προορίζονται για ταπέτα.

καλαμπάκι (το), ποικιλία μαύρου σταφυλιού, από το οποίο παράγεται η ομώνυμη αρχαία ποικιλία λημνιακού κρασιού (το λεγόμενο και λημνιό).

καλεστ΄κό (το), το ειδικό τσουρεκάκι, μέχρι μισό κιλό, με το οποίο καλούν στους γάμους.

καλετσκή (η), το κάλεσμα, η πρόσκληση.

καλίγερος, καλικάντζαρος (ο), μικροσκοπικό μαύρο έντομο το οποίο παρασιτεί πάνω στις κότες και τις τσιμπά μέχρι να ψοφήσουν.

καλιγουσφύρ΄ (το), το σφυρί με το οποίο καλιγώνουν τ΄ άλογα.

καλκάνι (το), το πέτρινο αέτωμα που σχηματίζεται στις στενές πλευρές των κτισμάτων. Στα καλκάνια στηρίζεται το μισουδόκι .

καλόγεροι (οι), ομαδικό παιδικό παιχνίδι. Οι παίχτες φτιάχνουν ένα κύκλο κρατώντας ένα σκοινί και ο «καλόγερος», που μένει απ΄ έξω, τους ακουμπά χωρίς να τον πιάσουν. Όποιος τον πιάσει παίρνει τη θέση του.

καλόγνωμες (οι), βρώσιμα οστρακοειδή.

καλόθρεφο (το), ευχή για το νεογέννητο μωρό.

καλόκαιρος (ο) η καλόκαιρο (το), το φθινόπωρο, η εποχή που έχουν τελειώσει όλες οι αγροτικές εργασίες (θέρος, αλώνι, τρύγος) και ξεκουράζονται. Στον καλόκαιρο συνήθιζαν να κάνουν τις χαρές (γάμους, αρραβωνιάσματα, βαφτίσια κ.λπ.). Συν. κατακάθι .

καλομοιράζω, δίνω καλή μοίρα, καλή τύχη. Λένε την ευχή: «Η Παναγιά να δώσει, να την καλομοιράσει (τη θυγατέρα)».

καλοριζ΄κιαίνω, λέω τα καλορίζικα, εγκαινιάζω, κάνω την αρχή. Λένε για το καινούργιο βαρέλι: «Σήμερα θα το καλοριζ΄κιάσ΄με», δηλαδή θα το ανοίξουμε.

καλός, γκαλός (ο), το ακραίο δόντι του καμακιού ψαρέματος.

καλποκάνταρο (το), το ελαττωματικό καντάρι που κλέβει στο ζύγι, ο αφερέγγυος άνθρωπος.

καλύπτω, κλείνω τα μάτια του νεκρού. Λένε: «τα καλύψαμ΄» δηλ. «του κλείσαμε τα μάτια». Επίσης την κατάρα: «Π΄ να στα καλύψ΄νε!».