Σάββατο, 20 Μαρτίου 2010

Γλωσσάρι Λήμνου (Ονόματα)

Από το βιβλίο του Θ. Μπελίτσου

«Συλλογή γλωσσικού υλικού από τη Λήμνο.

Συμβολή στη μελέτη του λημνιακού γλωσσικού ιδιώματος»

Έπαινος της Ακαδημίας Αθηνών

- Ονόματα -

Αβαγιανός (ο), ο Βάιος.

Αγάθενα (η), η Αγαθή.

Αγγελέτος, παλιότερος τύπος βαφτιστικού. Σε έγγραφο του 1833: «..η λασκαρινούδα θυγάτηρ αγγελέτου δενερίκου...».

Αγιαθυμιά (η), η Αγία Ευθυμία.

Αγιαρμόλας, Άγιους Αρμουγένς (ο), ο Άγιος Ερμόλαος, προσωνύμιο του αγίου από παρετυμολόγηση, επειδή πιστεύουν πως θεραπεύει τις λαβωμένες αρθρώσεις (αρμούς).

Αγιαστουρώ, Αγιαστορούδα (η), παλιότερο γυναικείο βαφτιστικό.

Αγιοκλάψος, Αγιοκλαψίνους (ο), ο Άγιος Κλήμης. Η ονομασία προήλθε πιστεύεται πως θεραπεύει τήν παιδική κλάψα.

Αγιοπλάτανος (ο), ο Άγιος Πλάτων (18 Νοεμβρίου). Λένε: «Ο καιρός τ Αγιοπλατάν βαστά ως του Κστού».

Αγοραστός (ο), Αγοραστούδα (η), βαφτιστικά ονόματα με τα οποία επεδίωκαν να εξορκίσουν (εξαγοράσουν) το κακό προηγούμενων αποτυχημένων τοκετών.

Αθανής (ο), ο Αθανάσιος, χαϊδευτικός τύπος.

Αλεφαντνιώ, Αλεφαντνούδα (η), παλιό γυναικείο βαφτιστικό.

Αμερσούδα, Αμύρσα (η), η Μυρσίνη.

Αμπελομούδα, Αμπελόμαινα (η), παλιότερο γυναικείο βαφτιστικό.

Ασμούδα, Ασμούλα (η), η Ασημίνα, η Ασήμω.

Ασμούδ (το), η Ασημίνα, χαϊδευτικός τύπος.

Αφέντρα (η), παλιότερο γυναικείο βαφτιστικό.

Βαγής, Βαγιανός, Βαγιάνας (ο), ο Βάιος, τύποι βαφτιστικού.

Βαγιάναρος (ο), ο Βάιος, ο Βαγιανός, χαϊδευτικός τύπος.

Βαήλα (η), παλιότερο γυναικείο βαφτιστικό.

Βλουτής, Βλωτής (Βλοτής) (ο), παλιότερο ανδρικό βαφτιστικό.

Βλουτίνα, Βλωτίνα (Βλοτίνα) (η), παλιότερο γυναικείο βαφτιστικό.

Γίλης (ο), ο Γιώργος, χαϊδευτικός τύπος.

Γιομασταρούδα (η), παλιότερο γυναικείο βαφτιστικό.

Γκολπασούδα, Κολπασούδα (η), η Γκόλφω, χαϊδευτικός τύπος.

Γούλης (ο), ο Γιώργος, χαϊδευτικά.

Γραμματκούδα (η), η Γραμματική, γυναικείο βαφτιστικό.

Δημητρούκος (ο), ο Δημήτρης, χαϊδευτικός τύπος.

Δημοστής (ο), ο Δημοσθένης χαϊδευτικά.

Διαματάρς, Διεματάρς, Διοματάρς (ο), ο Διαμαντής χαϊδευτικά.

Διασενιώ, Διασυνιώ (η, τό), η Διονυσία χαϊδευτικά.

Διουνής (ο), ο Διγενής.

Δούκας (ο), Δούκενα (η), παλιότερα βαφτιστικά.

Ελεφαντνιώ, Ελεφαντνούδα (η), παλιότερο γυναικείο βαφτιστικό προερχόμενο από το αρχ. Ελεφάντα και το μσν. Ελιφάντω.

Ζωγράφα, Ζωγράφενα (η), γυναικείο όνομα.

Θμούδα (η), η Ευθυμία χαϊδευτικά.

Καλλιρρώ (η), η Καλλιρρόη.

Καλογιάννης, παλιότερο βαφτιστικό.

Καπερούδα (η), παλιότερο γυναικείο βαφτιστικό.

Καράμαλης (ο), παλιότερο ανδρικό βαφτιστικό. Από το βυζ. Καράμαλλος, που ειναι γνωστό τουλάχιστον από τον 9ο αι.

Καρλής, ο Κάρολος παλιότερος τύπος βαφτιστικού.

Καρόφαλλος (ο), ο Γαρύφαλλος, παλιότερος τύπος βαφτιστικου.

Κατακουζηνός (ο), Κατακουζ΄νούδα (η), παλιότερα βαφτιστικά ονόματα. Καί οικογ. ονόματα της Λήμνου τουλάχιστον από τό 18ο αι. (Κατακουζηνός, Χατζηκατακουζηνός).

Κεράτζα (η), παλιότερο γυναικείο βαφτιστικό από το μσν. κυράτσα.

Κλωνάρης (ο), παλιότερος τύπος βαφτιστικου.

Κολπασούδα, Γκολπασούδα (η), η Γκόλφω, χαϊδευτικός τύπος.

Κόμνας (ο), ο Κομνηνός, χαϊδευτικός τύπος.

Κουμουσινιώ, Κωμοσινιώ, Κμουσινιώ, Κμουσινούδα (η), τύποι παλιότερου γυναικείου βαφτιστικού.

Κσάφς, Ξάφς (ο), ο Χρυσάφης, ανδρικό βαφτιστικό.

Κσούδα, Ξούδα (η), η Χρυσούδα, γυναικείο βαφτιστικό.

Κστύφαρος, Ξστύφαρος (ο), ο Χριστόφορος, ανδρικό βαφτιστικό.

Κστός (ο), ο Χριστός. Επίσης, του Κστού: τα Χριστούγεννα.

Κωνούδα, Κονούδα (η), παλιότερο γυναικείο βαφτιστικό.

Λάσκαρης, Λασκαρνιώ, Λασκαρνούδα, παλιότερα βαφτιστικά βυζ. προέλευσης.

Λισάβω (η), η Ελισάβετ.

Λυμπώ (τό), η Ολυμπία.

Μαυρουδής (ο), παλιότερος τύπος βαφτιστικού.

Μητρούκος (ο), ο Δημήτρης, χαϊδευτικός τύπος.

Μιρτζανή, Μερτζανή (η), παλιότερο γυναικείο βαφτιστικό.

Μόσχος (ο), Μοσχούδα (η), παλιότερα βαφτιστικά.

Πάντος, Παντολέων (ο), ο Παντελεήμων, παλιότερος τύπος.

Περσούδα, Περσούλα (η), η Περσεφόνη, χαϊδευτικός τύπος.

Πλουμστή, Πλουμστούδα (η), η Πλουμιστή, παλιότερο γυναικείο βαφτιστικό.

Ποκράτς (ο), ο Ιπποκράτης.

Ράλλης (ο), Ραλλιώ, Ραλλιά, Ραλλούδα (η), τύποι παλιότερων βαφτιστικών με βυζ. προέλευση.

Ρήγας, Ρήγανδρος (ο), παλιότερος τύπος βαφτιστικού.

Ρήγαινα (η), η Ειρήνη.

Ρουσούδα, Ρσούδα (η), η Ρούσα, χαϊδευτικός τύπος παλιότερου γυναικείου βαφτιστικου.

Σίνης (ο), Σινιώ (η), χαϊδευτικοί τύποι του βαφτιστικου Συμεών.

Σιμούδα (η), παλιότερο γυναικείο βαφτιστικό

Σπέκος, Σπυρακούδς (ο), ο Σπύρος, χαϊδευτικός τύπος ονόματος.

Σταλούδα, Σταλιώ (η), η Στυλιανή, παλιότερος χαϊδευτικός τύπος.

Στρατνούδα (η), η Ευστρατία, χαϊδευτικό.

Σφραντζής (ο), Σφράντζενα (η), παλιότερα βαφτιστικά με βυζ. προέλευση. Ο ιστορικός της Αλώσεως Γεώργιος Φραντζής ή Σφραντζής καταγόταν από τή Λημνο.

Σώζος (ο), Σώζα (η), βαφτιστικά ονόματα από τόν Αγ. Σώζοντα, πολιουύχο της Λήμνου.

Φαντνιώ (η), παλιότερο γυναικείο βαφτιστικό, χαϊδευτικό του Αλεφαντνιώ. Σε δίστιχο: «Αν δε σι πάρου Φαντνιώ κι αν δε γενείς δικήμ, μι του μαχαίρ θα σφαχτώ, δε θέλου τη ζουήμ».

Φημιά (η), η Ευφημία, χαϊδευτικός τύπος.

Φωτίνα (η), η Φωτεινή, χαϊδευτικός τύπος.

Φωτόκος (ο), επωνυμία εξωκλησιού: Αϊ-Φωτόκος.

Χαριμδάς (ο), ο γιός του Χαρίδημου.

Χρυσούδα (η), η Χρυσή, η Χρύσα, χαϊδευτικός τύπος.

Ψιπύλ (η), η Υψιπύλη.

Παρασκευή, 19 Μαρτίου 2010

Γλωσσάρι Λήμνου (Ψ-Ω)

Από το βιβλίο του Θ. Μπελίτσου

«Συλλογή γλωσσικού υλικού από τη Λήμνο.

Συμβολή στη μελέτη του λημνιακού γλωσσικού ιδιώματος»

Έπαινος της Ακαδημίας Αθηνών

- Ψ -

ψάχω, αδυνατίζω. Συνηθίζονται οι τύποι του αορ. ψάξαν: αδυνάτισαν και ψασμένος: αδυνατισμένος, αδύνατος.

ψε (χρον. επίρ.), χθες.

ψειριάζω, γεμίζω ψείρες.

ψευτουπετνός (ο), σκωπτική ονομασία φαγητού από μελιτζάνες με φλομάρια και σάλτσα. Οι μελιτζάνες μαγειρεύονται με τα κοτσάνια τους και υποτίθεται πως είναι πετεινός.

ψευτ(ρ)ούδκο (το), το ψευδόμενο παιδί.

ψηφίζω, υπολογίζω, λογαριάζω, μετρώ.

ψικ (το), το συμπεθέρι, η συνοδεία που ακολουθά το γαμπρό, όταν ξεκινά από το χωριό του να πάει στο χωριό της νύφης για το γάμο.

ψιμογεννω, ψιμίζω, καθυστερώ να γεννήσω. Λένε: ψιμογεννήσαν, ψιμίσανε, για τα πρόβατα που γεννούν μετά το Φλεβάρη.

ψιρούδ (το), σκεύασμα σαν το χυλό, από αλεύρι, νερό και καβουρδισμένο ψωμί. Συνηθίζεται στις νηστείες και ως πρωινό.

ψιρούκ (το), ο χυλός, το ψιρούδ.

ψουφίμ (το), το ψόφιο ζώο.

ψόφαε! (επιφ.), τεμπέλη, χαραμοφάη, κλητ. του αδόκιμου ουσ. ψόφαος (ο), ως κοροϊδευτικό ή υβριστικό επιφώνημα στη φράση: «Διαόλου ψόφαε!».

ψυχουλόγι, ψυχολόι (το), ο κόσμος, το κοσμολόι, ο λαός.

ψφάκια (τα), οι μικροί βρώμικοι κόμποι, που σχηματίζονται στο ύφασμα των παλιών ρούχων.

ψφω, δίνω σημασία σε κάτι, το υπολογίζω.

Ψχο (το), το Ψυχοσάββατο.

ψχόπτα (η), το ψωμάκι που μοιράζουν τα Ψυχοσάββατα.

ψχουρντίζω, καταβρέχω τα δεματκά για να μαλακώσουν.

ψωμάδες (οι), τα χρονιάτικα κριάρια τα οποία τρέφουν για σφάξιμο στο σπίτι και όχι στη μάντρα.

ψωμαδιό (το), το κτίσμα που στεγάζει το σπιτικό φουρνο, στο οποίο επίσης φυλάσσονται τα εργαλεία του φουρνίσματος, οι πινακωτές κ.λπ. Εκει κάθονται οι γυναίκες όσο να ψηθεί το φαγητό και τα λένε προφυλαγμένες από τον άνεμο, το κρύο και τη βροχή. Συνήθως στο ψωμαδιό υπάρχει και γωνιά, όπου βράζουν το νερό για το πλύσιμο των ρούχων.

ψώρα (η), άγριο βότανο το οποίο θεραπεύει τα άρρωστα ζώα.

- Ω -

ωραίο φρούτο (το), είδος τζάνερου με κόκκινο χρώμα.

ώρμος (ο), η απότομη ωρίμασνη. Λένε: «έχουν ώρμο τα σύκα φέτο», όταν ωριμάζουν γρήγορα και ανοίγουν, πρίν προλάβουν να τα κόψουν.

ωσοπνά (σύνδεσμος), μέχρι να, μέχρις ότου, ώσπου να.

ώστου (σύνδεσμος), ώσπου, μέχρι να, ώστε.

Γλωσσάρι Λήμνου (Χ)

Από το βιβλίο του Θ. Μπελίτσου

«Συλλογή γλωσσικού υλικού από τη Λήμνο.

Συμβολή στη μελέτη του λημνιακού γλωσσικού ιδιώματος»

Έπαινος της Ακαδημίας Αθηνών

- Χ -

χαβιά, καβιά (η), το δερμάτινο μπάλωμα του τσαρουχιού.

χαγιάτ (το), η μάντρα.

χαζίρκος, -ια, -ο, ό,τι αποκτήθηκε χωρίς κόπο. Το έτοιμο.

χαϊδεύουν το γαμπρό (ιδιωμ.), έθιμο σύμφωνα με το οποίο χτυπούν το γαμπρό δυνατά στην πλάτη μετά τους αρραβώνες. Το χάδι είναι σχήμα λόγου, αφού μπορεί να είναι άλλοτε ένα τυπικό σκούντημα κι άλλοτε κτύπημα με γροθιά. Καμιά φορά χαϊδεύουν και τους συγγενείς του γαμπρού.

χαιρέτμα (το), η ευχή, η πρόποση. Λένε: «Βρε σα με κεράσνε, τι να πω στο χαιρέτμα;».

χαλακιά (η), το χάλασμα, το ερείπιο. Και το σύνθ. παλιοχαλακιά.

χαλάλι σου! (ιδιωμ.), γεια σου! Έκφραση χωρίς ιδιαίτερη ερμηνεία. Λένε: «Χαλάλι σου γιεμ΄, χαλάλι σου!», σε κάποιον που πνίγηκε στο φαγητό.

χαλινός (ο), χαλινό (το), το χαλινάρι.

χάλικας, χαλκόβραχος (ο), το σκληρό χαλίκι που τσακμακίζει. Το χρησιμοποιουν στη δυκάνη για το αλώνισμα και ως τσακμακόπετρα.

χαλκουπρασινάτος, -η ,-ο, καταπράσινος.

χαμηλουζουσμένους, -η, -ου, ο κοντός, αυτός που έχει τή ζώνη χαμηλά.

χαμλός, -ή, -ό, κοντός, χαμηλός. Και τοπ. επίρ. χαμλά.

χαμόγειο (το), το ισόγειο σπίτι, το μονόπατο.

χαμολιός, χαμουλιός (ο), μικρό αγριάγκαθο με ιώδες ανθος.

χαμούτια (τα), το χοντρό περιλαίμο που βάζουν στα ζώα (βόδια, γαϊδούρια), όταν σέρνουν το αλέτρι ή ξύλα, για να μην πληγώνονται.

χαμπάρι, χαμπέρ (το), η είδηση, συνήθως η ασχημη.

χαναφία (η), ο φορητός νεροχύτης (καζάνι με βρυσούλα).

χαντούμς (ο), ο ευνούχος.

χαραή, χαραγή (η), τα πίσω δόντια της αγελάδας ή του προβάτου, με τα οποία μυρηκάζει. Λένε: «καλή χαραή», όταν το ζώο έχει γερά τα πίσω δόντια και επομένως πολλά χρόνια ζωής ακόμα.

χαρανί (το), το καζάνι, ο λέβητας.

χαρατεύω, έχω χαρά, είμαι χαρούμενος.

χάρισμα (το), τα χρήματα που πετούσε η νύφη στις μαστόρισσες, οι οποίες ετοίμαζαν τα προικιά.

χαρκότσκας (ο), καζάνι με χειρολαβή.

χαρκοπράσινους, -η, -ου, βαθυπράσινος.

χαρνώ, χαλώ, ξοδεύω, καταστρέφω, σπαταλώ.

χαρτί (το), το προικοσύμφωνο.

χάσκος, -ια, -ο, ο καλοπλυμένος, ο καθαρός: το χάσκο ρούχο. Μτφ. ο άσπρος: το χάσκο αλεύρι, το χάσκο ψωμί.

χασοφεγγαριά, χάσ (η), η περίοδος του μήνα που χάνεται το φεγγάρι.

χατζής (ο), ο προσκυνητής των Αγίων Τόπων. Τό γυναικειο χατζήδενα είναι σπάνιο.

χατίλια (τα), εξαρτήματα στο μηχανισμό του ανεμόμυλου.

χαφταρέβρας (ο), ο νωθρός, ο τεμπέλης, ο εύπιστος.

χάφτος (ο), ο εύπιστος.

χάψη (η), η φυλακή.

χαψιά (η), η μεγάλη μπουκιά.

χειμωνκά (τα), ποικιλία μικρών καρπουζιών, που διατηρούνται ως το χειμώνα. Σύνθ. πετροχειμωνκό: αγριοκάρπουζο.

χειρομυλισμένος, -η, -ο, αλεσμένος στο χερόμυλο.

χειρουνίβω, χαστουκίζω. Συνήθως στον μελ. στη φράση: «Θα σι χειρουνίψου!».

χειρουπάλαμα (τα), οι παλάμες των χεριών.

χελδόνη, χελδονή (η), μαύρη κατσίκα με άσπρη κοιλιά.

χελεδό (το), μαύρο πρόβατο με άσπρη κοιλιά.

χελιδόνα (η), σιδερένιο εξάρτημα με σχήμα χελιδονοούρας, το οποίο συνδέει την πάνω μυλόπετρα με τον άξονα στον ανεμόμυλο.

χέρα (η), αλιευτικό εργαλείο με μεταλλική παλάμη σάν χέρι. Τη χρησιμοποιουν κυρίως στή συλλογή γιαλόψολων.

χεριά (η), ό,τι μπορεί να πιάσει κάποιος σε μια φούχτα.

χεροβάζω, βάζω το άχυρο στις τσουβάλες, για να μεταφερθεί από το αλώνι στην αχερώνη .

χιλές (ο), το χαλάρωμα. Λένε: «Δεν κάνει χιλέ στ δλειά, δε φλάγ», για κάποιον που είναι προκομμένος.

χιόνα (η), η λευκή αγελάδα.

χιονιάς (ο), ο βαρύς χειμώνας.

χλαπτσινίζουν, ηχοποίητη λ. από τον ήχο «χλάπ-χλάπ» που κάνουν τα φαρδιά παπούτσια, τα οποία μπαινοβγαίνουν στο πόδι.

χλαράς, -ού, ο χειλάς, αυτός (-ή) που έχει μεγάλα χείλη.

χλιάρ (το), το κουτάλι.

χλιαρουθήκ (η), η ξύλινη θήκη για τα μαχαιροπήρουνα και τα πιάτα που κρέμεται στον τοίχο της κουζίνας.

χλιαφρό (το), το χοντρό ξύλο το οποίο βάζουν μπροστά στο τζάκι για να μη πέφτουν έξω οι στάχτες.

χλιος, -α, -ο, χλιαρός.

χλωρά-ξηρά, το «φτυστό-άφτυστο», η διαδικασία στην αρχή ενός παιδικού παιχνιδιού για να «βγει» ο πρώτος. Φτύνουν μια επίπεδη πέτρα και την πετούν ψηλά, αφού διαλέξουν τη χλωρή (υγρή, φτυσμένη) ή την ξηρή (στεγνή, άφτυστη) πλευρά της.

χλωροθέρ (το), το πρόωρο θέρισμα του χλωρού ακόμα καρπού.

χμώνας (ο), ονομασία φαγητού: η ψητή στα κάρβουνα σπλήνα του γουρουνιού που τρώνε στα χοιροσφάγια (26 Δεκεμβρίου) την ώρα που γδέρνουν το γουρούνι.

χνάρ (το), το ίχνος.

χνι (το), το χωνί, η χοάνη.

χνώτο (το), η ζεστή ανάσα. Συχνός ο πληθ. τα χνώτα.

χοιρόλαιμος, χοιρόλομος (ο), ο χοίρος και ασθένεια του λαιμού του χοίρου που τη θεραπεύουν με μαλαχτάρ.

χοιρολομιασμένο (το), το καχεκτικό χοιρινό το οποίο δεν παχαίνει.

χοιρολομιασμένος, -η, -ο, ο φιλάσθενος, ο καχεκτικός: το χοιρολομιασμένο παιδί, το αδύναμο.

χολιασμένος, -η, -ο: κακιωμένος, πικραμένος, θυμωμένος.

χολοσκώ, στεναχοριέμαι.

χοντράδες (οι), χοντρά κομμάτια ζύμης.

χορτάρ τς Παναγιάς (το), άγριο βότανο που μοιάζει με το θυμάρι. Θεραπεύει τις αιμοροΐδες.

χορτοθέρς (ο), επίθετο του Ιουλίου: «Χορτοθέρη Αλωντή».

χοσμέρ (το), ομελέττα με αυγά και φρέσκο ανάλατο τυρί.

χούγ (το), η παραξενιά, η ιδιοτροπία, το χούι.

χουρευτκοκανάδκο (το), τραγούδι-νανούρισμα για τα νήπια.

χουντρόγδο (το), η παχιά γίδα.

χουρκό (το), το μικρό παιδί μέχρι δύο-τριών ετών.

χουρκοπαντριμέν (η), η μικροπαντρεμένη.

χουσμερί (το), είδος πρόχειρου φαγητού, από ανάλατο τυρί και ψίχα ψωμιού βρασμένα μαζί.

χουχλιδέλια (τα), τα χαλίκια, τα βότσαλα του γιαλού.

χοχλακίζω, κοχλάζω, βράζω.

χοχλάκισμα (το), ο παφλασμός, το κόχλασμα, ο βρασμός.

χοχλιός (ο), το σαλιγκαράκι της θάλασσας. Τρώγεται αφού βραστεί.

χραδόνω, παχαίνω. Λένε: «Δε χραδόν΄νε τα χοιρολομιασμένα!».

χριστάγκαθο (το), αγριάγκαθο το οποίο εκκρίνει ενα κοκκινοκίτρινο υγρό, που το παρομοιάζουν με το αίμα του Χριστου. Το υγρό αυτό το χρησιμοποιούν για τη βαφή των πασχαλινών αυγών.

χρίστρα (η), η χωρίστρα στα μαλλιά.

χρονιάτκος, -η, -ο, αυτός που έκλεισε ένα χρόνο ζωης: του χρονιάτκου κριγιάρ.

χρυσουφυντανάκι (το), το καλοφυτεμένο. Σε τραγούδι: «κι φύτιψα ενα διντρί να χρυσουφυντανάκι».

χσά στέφανα (ιδιωμ.), λένε στους αρραβωνιασμένους την ευχή: «Και στα χσά στέφανα!».

χσός, -ή, -ό, χρυσός.

χτένι (το), βρώσιμο οστρακοειδές.

χτενίζω την πέτρα (ιδιωμ.), λαξεύω την πέτρα με τέχνη.

χτυπηταριά (η), το κτύπημα στο χέρι ή στο σώμα.

χωσά (η), η υπόγεια κρύπτη.